OVERTRAINING SYNDROME

Πολλοί αθλητές έχουν την τάση να προπονούνται αρκετά και εντατικά, γεγονός το οποίο θα αυξήσει την σωματική τους εξάντληση και θα μειώσει το επίπεδο των επιδόσεων τους. Εάν όμως υπάρξει έγκαιρη και επαρκής ξεκούραση , τότε μια πλήρης ανάκαμψη μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε λίγες ημέρες.

Παρόλα αυτά, αρκετοί αθλητές ερμηνεύουν αυτή την ταχύτερη εξάντλησή τους, ως ένδειξη της ανεπαρκούς φυσικής τους κατάστασης και κατά αυτόν τον τρόπο αυξάνουν ακόμα περισσότερο την προπονητική τους επιβάρυνση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούν ισχυρό στρες στο νευρικό και ορμονικό τους σύστημα και κατά συνέπεια τα πρώτα συμπτώματα του συνδρόμου της υπερπροπόνησης θα εμφανιστούν. 

Τα πρώτα συμπτώματα της υπερπροπόνησης είναι η υπερδραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος.

Συμπτώματα που Αφορούν την Υπερπροπόνηση του Συμπαθητικού Νευρικού Συστήματος:

  • Μειωμένη ανάκαμψη του καρδιακού παλμού μετά την προπόνηση.

  • Υψηλότερη καρδιακή συχνότητα σε κατάσταση ηρεμίας.

  • Η σωματική εξάντληση διενεργείται πιο γρήγορα.

  • Μειωμένη όρεξη και απώλεια βάρους.

  • Έντονο αίσθημα των παλμών της καρδιάς.

  • Κακή απόδοση στα σπορ.

  • Περισσότερος πόνος στους μυς.

  • Αυξημένος κίνδυνος τραυματισμών.

  • Αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων.

  • Συναισθηματική αστάθεια.

  • Ταραγμένος ύπνος.

  • Νευρικότητα.

  • Ευερεθιστότητα.

  • Απώλεια συγκέντρωσης.

  • Αίσθημα ταραχής.

  • Αυξημένη εφίδρωση.

  • Μειωμένος ενθουσιασμός για την προπόνηση.

Κατά τα πρώτα συμπτώματα της υπερπροπόνησης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, οι προπονήσεις πρέπει να μειωθούν δραστικά και άμεσα. Σύμφωνα με το παραπάνω, εάν ληφθούν σύντομα τα σωστά μέτρα ανάκαμψης από την υπερπροπόνηση, η βελτίωση μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες. 

olmqwvmcltkdkgqef

Αυτό το είδος της υπερπροπόνησης παρατηρείται συχνά σε αθλητές που προπονούνται εντατικά. Οι υψηλές σε ένταση  προπονήσεις τύπου interval, απαιτούν μία περίοδο αποκατάστασης περίπου τριών ημερών και δεν πρέπει να ξεπερνούν τις δύο ανά εβδομάδα.

Αν ο αθλητής αγνοεί τα συμπτώματα της υπερπροπόνησης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και συνεχίζει να προπονείται υπερβολικά, το ορμονικό και το νευρικού του σύστημα θα εξαντληθεί. Στη συνέχεια η σκυτάλη μεταβιβάζεται στο παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα. Αυτός ο τύπος ονομάζεται υπερπροπόνηση του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος και τα συμπτώματά της είναι τα αντίθετα από εκείνα της υπερπροπόνησης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. 

Συμπτώματα που Αφορούν την Υπερπροπόνηση του Παρασυμπαθητικού Νευρικού Συστήματος:

  • Σταθερό σωματικό βάρος και κανονική όρεξη.

  • Σχεδόν συχνά φυσιολογική ανάκαμψη του καρδιακού παλμού μετά την προπόνηση.

  • Χαμηλότεροι καρδιακοί παλμοί σε κατάσταση ηρεμίας.

  • Κακή απόδοση.

  • Κατάθλιψη.

  • Κούραση.

  • Υπνηλία.

  • Ληθαργικότητα.

  • Χαμηλή αρτηριακή πίεση.

  • Υπογλυκαιμία.

  • Περισσότερος ενθουσιασμός για την εκπαίδευση.

IMG_4018

Η υπερπροπόνηση του παρασυμπαθητικού, εμφανίζεται συχνά σε αθλητές αντοχής που ασκούνται με μεγάλο όγκο προπόνησης. Η ανάκαμψη από την παρασυμπαθητική υπερπροπόνηση μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες ή ακόμα και μήνες. 

Μία αύξηση των σφυγμών ηρεμίας κατά 4-5 παλμούς, μπορεί να πιστοποιήσει μία μερική αποκατάσταση του οργανισμού από τις προπονήσεις που έχουν προηγηθεί. Κατά αυτόν τον τρόπο η υπερπροπόνηση μπορεί να ανιχνευθεί σε ένα πρώιμο στάδιο μετρώντας τον καρδιακό παλμό το πρωί. 

Στοιχεία του συνδρόμου της υπερπροπόνησης μπορεί να παρατηρήσει ένας αθλητής, όταν κατά τη διάρκεια μιας προπόνησης αντοχής, παρουσιάζει υψηλότερους παλμούς από ότι χρειαζόταν προκειμένου   να διατηρήσει ένα κανονικό ρυθμό. Στην περίπτωση της συμπαθητικής υπερπροπόνησης, η καρδιακή συχνότητα μπορεί να μειωθεί πιο αργά μετά από την άσκηση.

 IMG_0149

Ενίοτε υπάρχουν πολλά είδη λαθών στον τομέα της προπόνησης. Η επιβάρυνση της προπόνησης μπορεί να αυξηθεί πάρα πολύ γρήγορα, ή ο αθλητής μπορεί να μην κάνει σωστή αποκατάσταση μετά την άσκηση. Οι εντάσεις ενδέχεται να είναι υπερβολικά υψηλές για  μεγάλης χρονικής διάρκειας προπόνησης και ό όγκος επιβάρυνσης μπορεί να είναι πολύ μεγάλος για μικρότερης χρονικής διάρκειας προπόνησης.

Ο αθλητής που προπονείται πολύ γρήγορα και έντονα μετά από κάποιο τραυματισμό ή ασθένεια, ρισκάρει να υπερπροπονηθεί. Πάρα πολλοί αγώνες σε σύντομο χρονικό διάστημα μπορεί να οδηγήσουν σε υπερπροπόνηση.

Ο κακός ύπνος σε συνδυασμό με ένα μη σωστό πρόγραμμα άσκησης, μπορεί να επιφέρει προβλήματα. Ο φόβος της αποτυχίας και η μεγάλη πίεση από τους χορηγούς, τα μέσα ενημέρωσης ή και ακόμα από τους συγγενείς, μπορούν να προκαλέσουν το σύνδρομο της υπερπροπόνησης.

Επίσης είναι απαραίτητο να διερευνηθούν και άλλες πιθανές αιτίες για τα συμπτώματα της υπερπροπόνησης. Μερικά από αυτά είναι η αναιμία, ο διαβήτης, προβλήματα με τα νεφρά, διαταραχές του θυρεοειδούς αδένα, λοιμώξεις, ασθένειες και ειδικότερα των ιογενών ασθενειών όπως η μονοπυρήνωση.

471694_279438335463964_100001933995128_630048_789526234_o

Βήματα που πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση υπερπροπόνησης:

  • Πάρτε επαρκή ψυχική ξεκούραση.

  • Προσπαθήστε να μείνετε σε ένα ήσυχο περιβάλλον με καθαρό αέρα κάνοντας ανάλαφρες δραστηριότητες όπως το περπάτημα. Η παθητική αποκατάσταση δεν συνίσταται, διότι η απαγόρευση της σωματικής δραστηριότητας επιφέρει περισσότερη δυσφορία.

  • Τρώτε τροφές πλούσιες σε βιταμίνες.

  • Κάνετε επιπλέον μασάζ, λουτρά και σάουνες

  • Μην αγωνιστείτει για μερικές εβδομάδες

  • Μείωση των προπονητικών δραστηριοτήτων για 1-2 εβδομάδες, δηλαδή στο 50% των κανονικών σε διάρκεια και ένταση. Μειωμένη ένταση σημαίνει, ότι δεν πρέπει να υπάρχουν intervals στην προπόνηση και ένταση δεν πρέπει να ξεπερνάει το 75% της μέγιστης καρδιακής συχνότητας.

  • Κάντε όλες τις προπονήσεις με εύκολες ταχύτητες ( για ποδηλάτες )

  • Όταν όλα τα συμπτώματα έχουν εξαφανιστεί, η προπόνηση μπορεί να συνεχιστεί, πρώτα με τη σταδιακή αύξηση του όγκου προπόνησης και στη συνέχεια με την αυξανόμενη ένταση, μέχρι το κανονικό πρότυπο σχήμα επιβάρυνσης.

  • Ο αθλητής μπορεί να συμμετάσχει σε αγώνα, μόνο όταν οι εντατικές προπονήσεις μπορούν να γίνονται χωρίς προβλήματα.

IN ENGLISH 

Many athletes tend to train too much and too intensively, which will increase exhaustion and decrease performance level. If timely and sufficient rest is taken, a complete recovery might be possible within a few days.

Many athletes however, interpret this faster exhaustion as a signal of insufficient training, and heighten their training load. Then they overstress the nervous and hormonal systems, and symptoms of the overtraining syndrome will result.

The first symptoms of overtraining are hyperactivity of the sympathetic nervous system.

Symptoms of Sympathetic Overtraining

  • Poor recovery of heart rate (HR) after exercise

  • Higher HR at rest

  • Exhaustion occurring sooner

  • Decreased appetite and weight loss

  • Heart palpitations

  • Poor sports performance

  • More sore muscles

  • Increased risk of injuries

  • Increased risk of infections

  • Emotional instability

  • Troubled sleep

  • Nervousness

  • Irritability

  • Loss of concentration

  • Feeling of agitation

  • Increased perspiration

  • Decrease enthusiasm for training

At the first symptoms of sympathetic overtaining  workouts should be decreased drastically and immediately. If the right measures are taken quickly, improvement can be reached in a few weeks. This type of overtaining is seen often in athletes who train intensively. The highly intensive intervals workouts require a recovery period of about 3 days, and should not be more than two per week.

If the athlete neglects the symptoms of sympathetic overtaining and continues to train excessively, the hormonal and nervous systems become exhausted. The parasympathetic nervous system then becomes dominant. This type of overtaining is called parasympathetic overtaining and its symptoms are opposite those of sympathetic overtaining.

Symptoms of Parasympathetic Overtaining

  • Body weight constant and appetite normal

  • Often a normal recovery of HR after exercise

  • Lower HR at rest

  • Poor performance

  • Depression

  • Fatigue

  • Sleepiness

  • Lethargy

  • low blood pressure

  • Hypoglycemia

  • More enthusiasm for training

 

Parasympathetic overtaining is often seen in endurance athletes who train with a large training volume. Recovery from Parasympathetic overtaining may take weeks or even months.

A slight increase in resting HR of four to five beats may indicate an incomplete recovery. Thus, overtaining may be traced at an early stage by measuring the morning pulse. During endurance exercise, the athlete will notice that keeping up a normal training pace is more difficult and results in a higher HR. In case of the sympathetic form of overtaining  the HR may decrease less rapidly after exercise.

There is potential for many kinds of errors in training. Workloads can be increased too fast, or athlete might observe insufficient recovery after exercise. The intensities may be too high for extensive endurance training, and the volume may be too high for intensive interval workouts.

The athlete who trains too soon and too intensively after an illness or injury risks overtaining.

IMG_2949

Too many races in a short period of time can lead to overtaining  Poor sleep before an event coupled with a faulty training program can also cause problems. The fear of failure and extreme pressure from sponsors, media, or relatives cause some athletes to overtaining.

It is necessary, however, to investigate all other possible causes for overtaining symptoms. Some of these are anemia, diabetes, kidneys, disorders of the thyroid gland, infections diseases, especially viral diseases such as mononucleosis.

Steps to be taken in case of overtaining

  • Get sufficient mental rest.

  • Take active rest in fresh air and quiet surroundings, such as walking. Passive rest is not advised, because a complete prohibition of physical activity mostly leads to more discomfort.

  • Eat food rich in vitamins.

  • Take extra massages, baths, and saunas.

  • Do not race for a few weeks.

  • Diminish training activities for 1 or 2 weeks, that is 50% of the normal pattern in volume and intensity.

  • Diminish intensity: this means no interval workouts, and intensity should not be higher than 75% of the maximum HR.

  • Do all workouts with a light gear (cyclists).

  • When all the symptoms have disappeared training activities can be resumed, first by gradually increasing volume and later by increasing intensity, until the normal pattern is reached.

  • Only when intensive workouts can be done without problems should the athlete resume racing.

Οι φωτογραφίες πάρθηκαν τυχαία, από διάφορες αγωνιστικές εκδηλώσεις Τριάθλου και Ποδηλασίας, οι οποίες χαρακτηρίζουν την αξία της προσπάθειας του κάθε αθλητή. Καμία εκ των φωτογραφιών δεν σχετίζεται με το σύνδρομο της υπερπροπόνησης. 
Advertisements

Viral Infections

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

lkatapod

Οι ιογενείς λοιμώξεις είναι πολύ συχνές. Ένας ενήλικας μπορεί να προσληφθεί μέχρι και έξι φορές από ιογενείς λοιμώξεις τον χρόνο. Οι πιο κοινές μορφές ιών σε ανθρώπους είναι η influenza ( που προκαλεί την γρίπη ), ο rhinovirus ( που προκαλεί τα κρυολογήματα )  ο coxsackievirus, ο adenovirus, ο cytomegalovirus και ο Epstein-Barr virus ( που είναι υπεύθυνος για τη λοιμώδη μονοπυρήνωση ).

Οι ιογενείς λοιμώξεις βρίσκονται κυρίως στον λάρυγγα και στους βρόγχους. Ο ιός εισχωρεί στο υγιές κύτταρο και μέσα από μια σειρά διεργασιών πολλαπλασιάζεται εκεί μέχρι το θάνατο του κυττάρου, απελευθερώνοντας ιούς συνεχίζοντας έτσι την μόλυνση των υγιών κυττάρων.

Τα αντιβιοτικά δεν επηρεάζουν τους ιούς. Οι περισσότερες ιογενείς λοιπώξεις είναι μικρότερης σημασίας και το προσβαλλόμενο άτομο αισθάνεται εξαντλημένο για λίγες ημέρες, αλλά η καθημερινή του ζωή συνεχίζεται κανονικά.

Οι αθλητές που προπονούνται εντατικά είναι πιο ευαίσθητοι σε ασθένειες από τους μη αθλητές. Τα ασκούμενα άτομα είναι περισσότερο εκτεθειμένα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες, ιδιαίτερα οι ποδηλάτες, οι οποίοι είναι γνωστοί για τις βρογχικές λοιμώξεις κατά την διάρκεια των προπονήσεών τους στην αρχή της σεζόν.

Επιπλέον, οι αθλητές είναι συχνά μέλη μεγάλων ομάδων και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να προκαλείται μεγαλύτερη έκθεση τους σε ιούς. Η εντατική προπόνηση υπονομεύει προσωρινά το ανοσοποιητικό σύστημα καθιστώντας το πιο ευπαθή σε ιογενείς λοιμώξεις.

Οι ιογενείς λοιμώξεις μπορούν να προκαλέσουν βλάβη του μυϊκού ιστού, συμπεριλαμβανομένου και του καρδιακού μυός. Ο αιφνίδιος θάνατος που πιθανόν να συμβεί κατά την διάρκεια μιας εντατικής προπόνησης, μπορεί να είναι αποτέλεσμα κάποιας ιογενής λοίμωξης.

Κατά το χρονικό διάστημα κάποιας που εκδηλώνεται μια ιογενής λοίμωξη, η άσκηση πρέπει να μειώνεται και να διακόπτεται προσωρινά αν υπάρξει η παρουσία του πυρετού. Οι ασθματικοί αθλητές θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί κατά την διάρκεια βρογχικών λοιμώξεων, επειδή η άσκηση μπορεί να προκαλέσει ασθματική κρίση.

Οι αθλητές που έχουν προσβληθεί από κάποιον ιό δεν μπορούν να προπονηθούν αποδοτικά. Αν δεν ελαχιστοποιήσουν την προπονητική τους ένταση θα υποστούν τις παρενέργειες της υπερ-προπόνησης. Οι ιογενείς λοιμώξεις επηρεάζουν την απόδοση του αθλητή μέσω της δυσλειτουργίας της αναπνευστικής του ικανότητας και της καρδιακής του λειτουργίας. Επιπλέον, η μυϊκή του δύναμη μειώνεται κατά 15%.

Ήπιες ιογενείς λοιμώξεις είναι πιθανόν να αποτελούν την αιτία μιας ανεξήγητης απώλειας της φυσικής σας ευρωστίας. Όταν η απώλεια της φυσικής σας ευρωστίας δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς, ένα ιατρικό check-up θα είναι χρήσιμο για να αποκλείσει μια ιογενής λοίμωξη.

Είναι δύσκολο να καθοριστεί πότε ο αθλητής μπορεί να συνεχίσει να αθλείται μετά από μια ιογενής λοίμωξη. Ήπιες λοιμώξεις απαιτούν μια μείωση της έντασης, αλλά σε περιπτώσεις σοβαρών και μακράς διαρκείας ιώσεων, όπως η μονοπυρήνωση, το πρόγραμμα θα πρέπει να σταματήσει εντελώς και να επαναλαμβάνεται μόνο όταν τα συμπτώματα έχουν εξαφανιστεί πλήρως. Στη συνέχεια, το πρόγραμμα προπόνησης θα ξαναρχίσει σταδιακά, ξεκινώντας με προπονήσεις βασικής αντοχής στις οποίες η καρδιά δεν πρέπει να ξεπερνάει τους 140 σφυγμούς ανά λεπτό.

Μέτριες μορφές ασκήσεων αντοχής διεγείρουν το ανοσοποιητικό σύστημα, ενώ μακράς διαρκείας και εξαντλητικές μορφές άσκησης καταστέλλουν το ανοσοποιητικό σύστημα καθιστώντας τον αθλητή πιο ευάλωτο σε μόλυνση. Το σημείο καμπής στο οποίο το προπονητικό ερέθισμα μετατρέπεται σε καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος, βρίσκεται περίπου στο 70% της μέγιστης προσπάθειας.

Η υγιεινή διατροφή, η επαρκή ανάπαυση και οι εμβολιασμοί μειώνουν την πιθανότητα μολύνσεων.

IN ENGLISH 

Viral infections are very common. One adult may go through six viral infections a year. The most common viruses in humans are the influenza ( which causes the flu ), the rhinovirus ( which causes colds ), the coxsackievirus, the adenovirus, the cytomegalovirus and the Epstein-Barr virus ( which is responsible for mononucleosis).

Viral infections are mostly situated in the throat and bronchial tubes. The virus penetrates the cell and multiplies there, after which the cell breaks and new viruses are released.

Antibiotics do not affect viruses. Most viral infections are minor and the person does not fill fit for a few days, but everyday life can go on as usual.

Athletes training intensively are more susceptible to diseases than non athletes. Athletes are more exposed to inclement weather, especially cyclists, who are notorious for their bronchial infections during workouts early in the season.

Moreover, athletes are often members of large groups and may have more exposure to viruses. Intensive workouts temporarily undermine athletes immune systems, making them more susceptible to viral infections.

Viral infections can damage muscle tissue, including the heart muscle. Sudden heart death during intensive exercise may be a complication of a viral infection.

During  viral infections, training should never be intensive and when a fever is present, training should be stopped temporarily. Asthmatic athletes should be very careful during bronchial infections, because exercise may evoke an asthmatic attack.

The athletes performs poorly when ill with a virus and you can handle workloads less easily and may soon experience overtraining if training intensity is not adjusted. Viral infections influence performance through malfunctioning of the ventilatory track and the heart. In addition, muscular strength diminish by 15% during  viral infections.

Thus, mild  viral infections may be the cause of an unexplained loss of condition. When loss of condition cannot otherwise be explained, a medical check-up to exclude a viral infection is called for.

It is difficult to determine when the athlete can resume training after a viral infection. Mild infections require a temporary decrease of intensity, but in cases of serious and long-lasting complaints, such as mononucleosis, the program should be stopped completely and resumed only when the symptoms have fully disappeared. Then the training program should be resumed gradually, starting with endurance workouts in which HRs do not surpass 140.

Moderate forms of endurance training stimulate the immune system. Long-lasting and exhausting forms of exercise suppress the immune system, making the athlete more susceptible to infection. The turning point at which stimulations turns into suppression is probably about 70% of the maximum effort.

Hygiene, good nutrition, sufficient rest and vaccinations diminish the chance of infections.

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ & ΑΝΟΣΙΑΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ

lkatapod

Η διεθνής βιβλιγραφία διαθέτει ένα ικανό αριθμό ερευνητικών εργασιών, στις οποίες μελετήθηκε η επίδραση τόσο της οξείας σωματικής άσκησης, όσο και της χρόνιας αερόβιας άσκησης.

Οι δοκιμασίες της σωματικής άσκησης είχαν κυρίως τον χαρακτήρα μέγιστης προσπάθειας μέχρι εξάντλησης, βραχύβιας υπομέγιστης προσπάθειας διάρκειας 3-5 λεπτών με ένταση που αντιστοιχούσε στο 80-85% της μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου Vo2max, καθώς και παρατεταμένες υπομέγιστες προσπάθειες διάρκειας 1-3 ωρών με ένταση που αντιστοιχούσε στο 60-75% του Vo2max.

Τα αποτελέσματα της πλειονότητας των ερευνητικών αυτών εργασιών, είναι ότι οι ασκησιογενείς μεταβολές των παραμέτρων της ανοσιακής αντίστασης του οργανισμού, εξαρτώνται κυρίως από την διάρκεια και την ένταση της άσκησης, καθώς και από το επίπεδο της φυσικής κατάστασης των προπονούμενων ατόμων.

Το stress της σωματικής άσκησης προκαλεί ποικίλες φυσιολογικές μεταβολές, ορισμένες από τις οποίες είναι περίπου όμοιες με εκείνες που παρατηρούνται κατά την διάρκεια φλεγμωνών και λοιμώξεων.

Η συστηματική αερόβια προπόνηση, αρχικά προκαλεί σημαντικού βαθμού ανοσοδιέργεση. Με την πάροδο όμως του χρόνου, το καθημερινό προπονητικό stress μετριάζει το μέγεθος του ευνοϊκού αποτελέσματος της σωματικής άσκησης. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις εντατικής ή σκληρής προπόνησης, μπορεί να προκληθεί σοβαρή ανοσοκαταστολή.

Οι προπονημένοι αθλητές αντοχής σε σύγκριση με τα αγύμναστα άτομα στην κατάσταση της σωματικής ηρεμίας, έχουν λιγότερα Λευκά Αιμοσφαίρια στο αίμα τους. Όταν όμως τα προπονημένα και τα αγύμναστα άτομα εκτελούν παρατεταμένη υπομέγιστη προσπάθεια της ίδιας διάρκειας και έντασης, τα πρώτα εκδηλώνουν ηπιότερα φαινόμενα ανοσοδιέγερσης.

Οι αθλητές των αγωνισμάτων αντοχής είναι επιρρεπέστεροι σε διάφορες λοιμώξεις και κυρίως σε λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος. Η υπερπροπόνηση των αθλητών χαρακτηρίζεται και από ένα σημαντικό βαθμό ανοσοκαταστολής.

Έχει διαπιστωθεί ότι όταν διεξάγεται μέτριας έντασης άσκησης πριν από την μόλυνση του ασκούμενου με διάφορους παθογόνους μικροοργανισμούς, η άσκηση δρα ανοσοδιεγερτικά μειώνοντας τη λοιμογόνα δραστικότητα των μικροορανισμών κατά τη φάση της επώασής τους, με αποτέλεσμα την πρόκληση ηπιότερης λοίμωξης ή σπανιότερα την αποτροπή της.

Αντίθετα όταν η άσκηση του είδους αυτού εκτελείται μετά την μόλυνση, τότε δρα ανοσοκατασταλτικά γεγονός που ενισχύει την λοιμογόνα δραστηριότητα των μικροοργανισμών.

Σίδηρος και Υγεία

Loukas Katapodis

Επιπτώσεις της έλλειψης σιδήρου στην κατάσταση υγείας

Η έλλειψη σιδήρου έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην κατάσταση της υγείας όσο και στην αθλητική απόδοση.

Η σιδηροπενία μπορεί να προκαλέσει ποικίλες διαταραχές. Οι τελευταίες έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα άτομα εκείνα ( παιδιά και εφήβους ) που διανύουν την περίοδο της σωματικής αύξησης και της βιολογικής ωρίμανσή τους.

Τα άτομα αυτά έχουν αυξημένες ανάγκες σιδήρου, που προορίζονται όχι μόνο να αναπληρώσουν τις φυσιολογικές καθημερινές απώλειες σιδήρου, αλλά και να εξυπηρετήσουν την προοδευτικά επιταχυνόμενη ερυθροποιητική δραστηριότητα του μυελού των οστών.

Στα νεαρά επίσης άτομα η σιδηροπενία μπορεί να μειώσει τη διανοητική απόδοση, την ικανότητα αντίληψης και συγκέντρωσης, να δημιουργήσει προβλήματα συμπεριφοράς και να επηρεάσει αρνητικά τη σχολική επίδοση.

Η χρόνια έλλειψη σιδήρου μπορεί ακόμα να προκαλέσει ορισμένες γαστρεντερικές ανωμαλίες:

Να μειώσει τη γαστρική λειτουργική δραστηριότητα, να περιορίσει την απορρόφηση τροφών στο έντερο, να προδιαθέσει στη δημιουργία γαστρίτιδας, να προκαλέσει στοματίτιδα, γλωσσίτιδα κ.λ.π.

Η σιδηροπενία μπορεί μπορεί επίσης να διαταράξει τη λειτουργία του ανοσολογικού συστήματος του οργανισμού καθιστώντας τα άτομα επιρρεπή σε διάφορες λοιμώξεις.

Επιπτώσεις της έλλειψης σιδήρου στην αθλητική απόδοση

Η σιδηροπενική αναιμία μειώνει την απόδοση των ατόμων που εκτελούν μέγιστη και υπομέγιστη αερόβια άσκηση.

Η ελάττωση της συγκέντρωσης της αιμοσφαιρίνης και της μάζας των ερυθροκυττάρων μειώνει τις δυνατότητες του συστήματος μεταφοράς οξυγόνου.

Παράλληλα η έλλειψη σιδήρου των ιστών μπορεί να ελαττώσει τη συγκέντρωση της μυοσφαιρίνης και τη δραστηριότητα των σιδηρούχων ενζύμων και με τον τρόπο αυτό περιορίζει το ρυθμό του μυικού μεταβολισμού, μειώνοντας τις δυνατότητες του συστήματος κατανάλωσης οξυγόνου.

Οι δυσμενείς αυτές επιπτώσεις της σιδηροπενικής αναιμίας μειώνουν το επίπεδο της αερόβιας ικανότητας, άρα και την απόδοση των αθλητών εκείνων, που το άθλημά τους απαιτεί ικανοποιητικό βαθμό αντοχής.

Το αρτηριακό αίμα των ατόμων που πάσχουν από σιδηροπενική αναιμία περιέχει λιγότερο οξυγόνο από ότι το αίμα των μη αναιμικών ατόμων. Στην κατάσταση της σωματικής ηρεμίας η οξυγόνωση των ιστών είναι ικανοποιητική και στις δύο περιπτώσεις. Όταν όμως εκτελείται μυικό έργο, η οξυγόνωση των ιστών του αναιμικού ατόμου αρχίζει να γίνεται προβληματική και μάλιστα τόσο προβληματικότερη, όσο μεγαλύτερη είναι η ένταση της καταβαλλόμενης σωματικής προσπάθειας και ο βαθμός της αναιμίας.

Για να αντιμετωπιστεί το μειονέκτημα της ανεπαρκούς οξυγόνωσης των ιστών, δραστηριοποιούνται διάφοροι μηχανισμοί, όπως αύξηση της καρδιακής συχνότητας και παροχής, ενεργοποίηση του αναερόβιου μεταβολισμού που συνεπάγεται την υπερπαραγωγή του γαλακτικού οξέος.

Η δημιουργία σημαντικού χρέους οξυγόνου κατά την εκτέλεση μυικού έργου από αναιμικά άτομα παρατείνει την διάρκεια της περιόδου αποκατάστασης μετά την μυική προσπάθεια.

Η σιδηροπενική αναιμία, πέρα από την ικανότητα του συστήματος μεταφοράς οξυγόνου, μπορεί να διαταράξει και την ικανότητα του συστήματος μεταφοράς διοξειδίου του άνθρακα, με αποτέλεσμα να πραγματοποιείται πλημμελής απομάκρυνση του διοξειδίου του άνθρακα που παράγεται στους ιστούς και την συσσώρευσή του στην περιφέρεια.

Από πολυάριθμες σχετικές μελέτες που έγιναν, διαπιστώθηκε ότι η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης επηρεάζει την ικανότητα του συστήματος μεταφοράς οξυγόνου και ευθύνεται άμεσα για την διαμόρφωση του επιπέδου της μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου και της απόδοσης των αναιμικών ατόμων όσον αφορά την εκτέλεση αερόβιου μυικού έργου.

Η ικανότητα εκτέλεσης αερόβιου μυικού έργου μειώνεται σημαντικά, ακόμη και όταν η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης πέφτει λίγο πιο κάτω από τα κανονικά επίπεδα.

Από την άλλη μεριά η ικανότητα των σιδηροπενικών ατόμων να εκτελούν υπομέγιστο έργο παρατεταμένης διάρκειας, φαίνεται ότι δεν εξαρτάται μόνο από την συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης, αλλά και από την επαρκή λειτουργία των σιδηρούχων ενζύμων και της μυοσφαιρίνης των μυικών κυττάρων.

Σίδηρος και Υγεία

Loukas Katapodis

ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΕΝΤΕΡΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ

Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που ενισχύουν την άποψη ότι ο ρυθμός εντερικής απορρόφησης του σιδήρου των τροφών είναι μικρότερος σε ορισμένους αθλητές απ’ ότι σε άτομα που δεν ασκούνται.

Ο ρυθμός της εντερικής απορρόφησης μειώνεται περίπου στο μισό του κανονικού σε αθλητές αποστάσεων και ειδικότερα σε αυτούς που προπονούνται πολύωρα ή σε αθλητές που υποβάλλονται σε διπλή (πρωινή και απογευματινή) προπόνηση.

Το μειονέκτημα αυτό δεν είναι άσχετο με τη δραστική και παρατεταμένη μείωση της γαστρεντερικής αιμάτωσης, που προκαλείται λόγω της πολύωρης και εντατικής προπόνησης, κατά την διάρκεια της οποίας πραγματοποιείται ριζική ανακατανομή του κυκλοφορούντος αίματος από τα σπλάχνα προς τους υπερλειτουργούντες μυς και μάλιστα σε μια περίοδο 2-3 ώρες μετά το γεύμα, η οποία συμπίπτει χρονικά με τις διεργασίες απορρόφησης των τροφών στον γαστρεντερικό σωλήνα.

Βέβαια είναι γνωστό ότι ο ρυθμός εντερικής απορρόφησης του σιδήρου σχετίζεται άμεσα με τις ανάγκες του οργανισμού σε σίδηρο. Όταν τα αποθέματα του σιδήρου μειώνονται, αυξάνεται αντισταθμιστικά ο ρυθμός εντερικής απορρόφησης του και αντίστροφα.

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΙΔΗΡΟΥ ΜΕ ΤΑ ΟΥΡΑ

Με τα ούρα μπορεί να αποβληθούν διάφορες σιδηρούχες ουσίες κατά την διάρκεια της έντονης ή παρατεταμένης αθλητικής δραστηριότητας.

Η αυξημένη αποβολή του σιδήρου με τα ούρα αποδόθηκε σε ανάλογη απέκκριση τρανσφερίνης, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί σε καταστάσεις νεφρικής ισχαιμίας και τοπικής υποξίας. Οι καταστάσεις αυτές προκαλούνται κατά την ασκησιογενή ανακατανομή αίματος από τα σπλάχνα προς τους λειτουργούντες μυς.

Ένα πλήθος ερευνών που έγιναν, έδειξαν ότι η έντονη και παρατεταμένη αθλητική προσπάθεια προκαλεί αυξημένη ενδοαγγειακή καταστροφή ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Οι ερευνητές αυτοί απέδωσαν την προκληθείσα αυξημένη αιμόλυση σε μηχανικό τραυματισμό της μεμβράνης των ερυθροκυττάρων που κυκλοφορούν σε μυικά τριχοειδή, τα οποία συμπιέζονται ισχυρά κατά την διάρκεια επανειλημμένων συστολών μεγάλων μυικών ομάδων.

Μηχανική επίσης βλάβη της μεμβράνης των ερυθροκυττάρων μπορεί να προκληθεί από την πρόσκρουσή τους στα τοιχώματα των τριχοειδών αγγείων, η οποία επιτείνεται από την επιτάχυνση της αιματικής κυκλοφορίας κατά την διάρκεια της έντονης σωματικής προσπάθειας.

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΙΔΗΡΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΡΩΤΑ

Ο ιδρώτας των αθλητών που προπονούνται εντατικά και πολύωρα φαίνεται ότι περιέχει σχετικά μεγαλύτερες ποσότητες σιδήρου απ’ ότι ο ιδρώτας των αθλητών που η προπόνησή τους έχει ηπιότερη ένταση και συντομότερη διάρκεια.

Κατά μέσον όρο οι άνδρες αθλητές χάνουν 0.21mg σιδήρου στο πρώτο λίτρο του εκκρινόμενου ιδρώτα και γύρω στα 0.13mg σε κάθε επόμενο λίτρο. Όταν η προπόνηση γίνεται σε ζεστό ή σε υγρό περιβάλλον, οι απώλειες σιδήρου είναι μεγαλύτερες.

Ο ιδρώτας των προπονούμενων αθλητριών περιέχει υπερδιπλάσιες ποσότητες σιδήρου απ’ ότι ο ιδρώτας των προπονούμενων αθλητών, όταν και στις δύο περιπτώσεις καταβάλλεται προσπάθεια ισότιμης έντασης και διάρκειας.

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΙΔΗΡΟΥ ΜΕ ΤΑ ΚΟΠΡΑΝΑ

Ο γαστρεντερικός σωλήνας αποτελεί την σημαντικότερη οδό απώλειας σιδήρου στα αθλούμενα άτομα και ιδιαίτερα στους δρομείς αποστάσεων, άνδρες και γυναίκες.

Η ποσότητα του αίματος που χάνεται με τα κόπρανα φαίνεται ότι εξαρτάται κυρίως από το βαθμό του ασκησιογενούς stress και σχετίζεται περισσότερο με την ένταση της άσκησης παρά με την διάρκεια της.

Για την πρόκλησή της ενοχοποιήθηκαν οι εξής παράγοντες:

    Η ισχαιμία του γαστρεντερικού βλεννογόνου, η οποία οφείλεται σε δραστική ανακατανομή του κυκλοφορούντος αίματος από τα σπλάχνα στους λειτουργούντες μυς.

    Η ανάπτυξη διαβρωτικής γαστρίτιδας, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι το έντονο σωματικό stress μειώνει την αποτελεσματική προστασία του γαστρικού βλεννογόνου, από την βλαπτική επίδραση των γαστρικών εκκρίσεων.

    Τραυματική βλάβη του γαστρεντερικού βλεννογόνου η οποία προκαλείται από τα αλλεπάληλα τραντάγματα των τοιχωμάτων του στομάχου και του εντέρου κατά την διάρκεια κυρίως δρομικών αθλητικών δραστηριοτήτων.

    Φαρμακογενείς βλάβες του γαστρικού βλεννογόνου από την χρήση αναλγητικών φαρμάκων.

ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΣΙΔΗΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΜΗΝΟΡΥΣΙΑ

Για τις αθλήτριες που διάγουν την ηλικία της εμμηνορυσιακής δραστηριότητάς τους, η υπερβολική απώλεια αίματος με την περίοδο ή η μικρή διάρκεια του κύκλου τους, που προκαλεί συχνότερες εμμηνορυσίες, αποτελεί σημαντικότερη αιτία ανάπτυξης σιδηροπενίας.

Η αθλήτριες που έχουν κανονική διάρκεια εμμηνορροϊκού κύκλου και δεν χάνουν υπερβολική ποσότητα αίματος σε κάθε περίοδο, αναπτύσσουν μέσο ημερήσιο έλλειμμα σιδήρου της τάξης 0.5-0.6mg.

ΕΡΥΘΡΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΜΥΕΛΟΥ ΤΩΝ ΟΣΤΩΝ

Ο μυελός των οστών σιδηροπενικών αθλητών, εκτός του ότι υποφέρει από έλλειψη σιδήρου, που είναι απαραίτητος για την ερυθροποιητική δραστηριότητά του, σε σπανιότατες περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι δεν είχε και φυσιολογική κυτταρική επάρκεια, γεγονός που καθιστά σοβαρότερη την ερυθροποιητική δυσλειτουργία

Η διαταραχή αυτή αποδόθηκε σε σωματική υπερκόπωση και παρατηρήθηκε κυρίως σε αθλητές που έπασχαν από σύνδρομο υπερπροπόνησης.

Μια άλλη αιτία που θεωρήθηκε υπεύθυνη για τη μειωμένη ερυθροποιητική δραστηριότητα του μυελού των οστών, αφορά τη συχνή χρήση από τους αθλητές σχετικά μεγάλων ποσοτήτων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών φαρμάκων.

Συμπερασματικά, η εμμηνορρυσία για τις αθλήτριες και η γαστρεντερική απώλεια αίματος για τους αθλητές και τις αθλήτριες αποτελούν τις σημαντικότερες αιτίες πρόκλησης σιδηροπενίας. Οι αιτίες αυτές αποκτούν μεγαλύτερες διαστάσεις στην περίπτωση των αθλητών που προπονούνται καθημερινά, εντατικά και πολύωρα.

Σίδηρος και Υγεία

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΙΔΗΡΟΥ ΤΩΝ ΑΘΛΗΤΩΝ

Η συστηματική σωματική άσκηση και – πολύ περισσότερο – η έντονη αθλητική δραστηριότητα αποτελούν ένα δυνητικό αναιμιογόνο παράγοντα.

Οι ενδείξεις που ενισχύουν την άποψη αυτή είναι πολλαπλές και απορρέουν από πολυάριθμες μελέτες, που έγιναν κατά την τελευταία εικοσαετία.

Μελετήθηκαν αθλητές και των δύο φίλων, τόσο ενήλικοι όσο και έφηβοι, που επιδίδονταν σε ένα ευρύ φάσμα αθλητικών δραστηριοτήτων (κυρίως όμως σε δραστηριότητες αντοχής) και είχαν διαφορετική αγωνιστική απόδοση (από μετριότατη μέχρι υψηλή).

Από την πληθώρα των μελετών αυτών διαπιστώθηκαν τα εξής σημαντικά:

  • Η συχνότητα εμφάνισης μη- αναιμικής έλλειψης σιδήρου είναι ιδιαίτερη αυξημένη σε αθλητές, ενώ η συχνότητα της έκδηλης σιδηροπενικής αναιμίας είναι σαφώς μικρότερη.

  • Ιδιαίτερα επιρρεπής στην ανάπτυξη σιδηροπενικής κατάστασης είναι οι δρομείς μεγάλων αποστάσεων και γενικότερα οι αθλητές που προπονούνται πολύωρα και συστηματικά, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι υπόλοιποι αθλητές  που η δραστηριότητά τους δεν επηρεάζεται από το σωματικό τους βάρος, έχουν κανονική κατάσταση σιδήρου.

  • Η συχνότητα της σιδηροπενίας και η σοβαρότητά της είναι σαφώς μεγαλύτερες στις γυναίκες αθλήτριες, που διάγουν την ηλικία της εμμηνορυσιακής δραστηριότητας τους, καθώς και σε νεαρούς, έφηβους αθλητές, που διανύουν την περίοδο της σωματικής τους αύξησης.

  • Ο βαθμός της σιδηροπενίας των αθλητών αυξάνεται προοδευτικά κατά την διάρκεια της ετήσιας προπονητικής και αγωνιστικής περιόδου και αντίστροφα βελτιώνεται κατά τη διάρκεια της περιόδου αποπροπόνησης.

Όσον αφορά την εξέλιξη της σιδηροπενικής κατάστασης ατόμων, που υποβάλλονταν σε εντατική προπόνηση, κοινή είναι η διαπίστωση στις έρευνες που έγιναν, ότι όσο εντονότερο και διαρκέστερο ήταν το εφαρμοσθέν προπονητικό πρόγραμμα, τόσο μεγαλύτερες ήταν οι διαστάσεις της σιδηροπενίας.

ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΠΕΝΙΑΣ ΑΘΛΗΤΩΝ

Η σιδηροπενική κατάσταση των αθλητών οφείλεται στο γεγονός ότι η εντατική και συστηματική άσκηση μπορεί να δημιουργήσει αρνητικό ισοζύγιο σιδήρου στον οργανισμό τους.

Αυτό σημαίνει ότι οι καθημερινές απώλειες σιδήρου δύσκολα μπορούν να αναπληρωθούν από τον σίδηρο της προσλαμβανόμενης τροφής.

Και αυτό επειδή, πέρα από τις φυσιολογικές καθημερινές απώλειες σιδήρου, οι αθλητές χάνουν μια επιπρόσθετη ποσότητα σιδήρου με διάφορους τρόπους.

Εκτός όμως από την βασική αυτή αιτία, υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι στον παθογεννετικό μηχανισμό αναιμίας των αθλητών και – ιδιαίτερα εκείνων που πάσχουν από το σύνδρομο υπερπροπόνησης – συμμετέχει σε κάποιο βαθμό και η ερυθροποιητική δυσλειτουργία του μυελού των οστών.

Τα αίτια που προκαλούν έλλειψη σιδήρου σε αθλητές συνοψίζονται παρακάτω:

1. Μειωμένη παροχή σιδήρου

  • Ανεπαρκής πρόσληψη σιδήρου με την τροφή.

  • Μειωμένη εντερική απορρόφηση σιδήρου

2. Αυξημένες απώλειες σιδήρου

  • Απώλειες με τα ούρα

  • Απώλειες με τον ιδρώτα

  • Απώλειες με τα κόπρανα

  • Απώλειες με την εμμηνορυσία

3. Ερυθροποιητική δυσλειτουργία του μυελού των οστών.

Ανεπαρκής πρόσληψη σιδήρου με την τροφή

Η ποσότητα του σιδήρου των τροφών, που περιέχεται στα συνήθη διατολόγια, είναι δύσκολο να αναπληρώσει τις ανάγκες σιδήρου ορισμένων αθλητών και πολύ περισσότερο των αθλητριών  που διάγουν την ηλικία της εμμηνορυσιακής δραστηριότητας τους, καθώς και σε νεαρούς, έφηβους αθλητές, που διανύουν την περίοδο της σωματικής τους αύξησης.

Ένα πλήθος μελετών που εστίασαν το ενδιαφέρον τους στην ανάλυση του διαιτολογίου αθλητών, κατέληξαν στην κοινή διαπίστωση ότι οι αθλητές σιτίζονται πλημμελώς από πλευράς σιδήρου. Τροφές πλούσιες σε σίδηρο δεν αρέσουν σε αθλητές και ιδιαίτερα σε εφήβους.

Πολλοί αθλητές μεγάλων αποστάσεων, καταναλώνουν τροφές πλούσιες σε υδατάνθρακες για την καθημερινή αναπλήρωση των αποθεμάτων του μυικού γλυκογόνου τους, ενώ ταυτόχρονα καταναλώνουν λιγότερες ζωικές τροφές, δημιουργώντας έτσι μια σοβαρή αιτία ανεπαρκούς πρόσληψης σιδήρου.

Ο κίνδυνος ανάπτυξης σιδηροπενικής κατάστασης αποκτά σοβαρότερες διαστάσεις στην περίπτωση των χορτοφάγων αθλητών. Οι Snyder et al μελετώντας μια ομάδα αποκλειστικά χορτοφάγων αθλητριών δρομέων μεγάλων αποστάσεων, διαπίστωσαν μέση συγκέντρωση φερριτίνης ορού μόλις 7.4μg/L.

Σίδηρος και Υγεία

ΕΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΩΝ ΣΙΔΗΡΟΥ

Η εργαστηριακή διερεύνηση της ποσότητας των αποθεμάτων σιδήρου στον οργανισμό στηρίζεται τόσο σε άμεσες όσο και σε έμμεσες μεθόδους.

  • Άμεσοι μέθοδοι: Απαιτούν την διενέργεια της βιοψίας και ειδική εξέταση των λαμβανομένων ιστολογικών δειγμάτων. Από τα διάφορα όργανα, που περιέχουν αποθέματα σιδήρου, το συκώτι προτιμάται για την διενέργεια των βιοψιών. Ο ηπατικός ιστός είναι αρκετά ομοιογενής και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο αποτελεί αξιόλογη πηγή λήψης ιστολογικών δειγμάτων και επακριβέστερης εκτίμησης των αποθεμάτων σιδήρου στα δείγματα αυτά.

  • Έμμεσοι μέθοδοι: Υπάρχουν 4 βασικές μέθοδοι έμμεσης εκτίμησης των αποθεμάτων του σιδήρου.

1. Ο προσδιορισμός της αναλογίας συγκέντρωσης σιδήρου ορού προς της συνολικής δεσμευτικής ικανότητας σιδήρου (TIBC) αποτελεί την απλούστερη έμμεση μέθοδο εκτίμησης των αποθεμάτων σιδήρου. Η έλλειψη σιδήρου μειώνει τη συγκέντρωσή του, στον ορό του αίματος και παράλληλα αυξάνει την συνολική δεσμευτική ικανότητά του (συγκέντρωση τρανσφερίνης).

Στις περιπτώσεις αυτές η τρανσφερίνη είναι λιγότερο από 10% κορεσμένη με σίδηρο. Αντίθετα, η υπερφόρτωση του οργανισμού με σίδηρο αυξάνει την συγκέντρωση του τελευταίου στον ορό και ταυτόχρονα αυξάνει τον κορεσμό της τρανσφερίνης πάνω από 80%.

2. Ο προσδιορισμός της συγκέντρωσης φερριτίνης στον ορό του αίματος, η οποία αποτελεί δείκτη αποθεμάτων σιδήρου. Η συγκέντρωσή της αυξάνεται όταν τα αποθέματα σιδήρου πληθαίνουν και αντίθετα μειώνεται, όταν υπάρχει έλλειψη σιδήρου στον οργανισμό.

Όσον αφορά τις φυσιολογικές ή κανονικές τιμές της φερριτίνης του ορού, διάφορες μετρήσεις που έγιναν σε υγιή, μη σιδηροπενικά άτομα, έδωσαν μια ευρεία ποικιλία τιμών από 50-300μg/L σε ενήλικα άτομα, γυναίκες και άνδρες.

Υπενθυμίζεται επίσης ότι ορισμένες παθολογικές καταστάσεις, όπως φλεγμονές, λοιμώξεις, νεοπλασίες κ.λ.π. αυξάνουν την συγκέντρωση της κυκλοφορούσης φερριτίνης.

3. Συγκέντρωση πρωτοπορφυρίνης IX στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Στα ερυθροκύτταρα ατόμων που πάσχουν από έλλειψη σιδήρου συσσωρεύεται πρωτοπορφυρίνης IX, επειδή ο σιδηρός τους δεν επαρκεί για την μετατροπή της ουσίας αυτής σε αίμη.

4. Η αξονική και η μαγνητική τομογραφία του ήπατος παρέχουν επίσης ενδεικτικά στοιχεία για την εκτίμηση των αποθεμάτων σιδήρου, ιδιαίτερα σε καταστάσεις υπερφόρτωσης του οργανισμού με σίδηρο.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΙΔΗΡΟΥ, ΣΙΔΗΡΟΠΕΝΙΚΗ ΑΝΑΙΜΙΑ

Η έλλειψη σιδήρου, ήπιου ή και μέτριου βαθμού, συνήθως δεν προκαλεί σαφείς μεταβολές της αιματολογικής εικόνας. Όταν όμως η έλλειψη αυτή είναι σημαντική, προκαλείται η κλασική αναιμία, η οποία εκδηλώνεται με την μείωση της αιμοσφαιρίνης (μη- αναιμική σιδηροπενία), ή και μείωση του αιματοκρίτη και των ερυθρών αιμοσφαιρίων (σιδηροπενική αναιμία).

Η μη- αναιμική έλλειψη σιδήρου μπορεί να μειώσει την περιεκτικότητα της μυοσφαιρίνης των σκελετικών μυών, καθώς και να περιορίσει την επάρκεια του οξειδωτικού μεταβολισμού των ιστών και ιδιαίτερα του αερόβιου μυικού μεταβολισμού.

Η σιδηροπενική αναιμία, πέρα των διαταραχών αυτών, περιορίζει την επάρκεια του συστήματος μεταφοράς οξυγόνου προς τους ιστούς.

Η προοδευτικά αυξανόμενη έλλειψη σιδήρου προκαλεί μια σειρά αιματολογικών μεταβολών. Η κλιμάκωση αυτή ακολουθεί την εξής πορεία.

α) Σε μια αρχική φάση (προ-λανθάνον στάδιο), για την κάλυψη των αναγκών σιδήρου χρησιμοποιείται ο σίδηρος της φερριτίνης και της αιμοσιδηρίνης. Στη φάση αυτή μειώνεται η συγκέντρωση της φερριτίνης κάτω από 60ng/ml ή 80ng/ml για τις γυναίκες και τους άνδρες. Η συγκέντρωση του σιδήρου στον ορό του αίματος παραμένει σε κανονικά επίπεδα, όπως επίσης και ο αιματοκρίτης, η αιμοσφαιρίνη και ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται ως μη- αναιμική έλλειψη σιδήρου.

β) Σε ένα δεύτερο, πιο προχωρημένο στάδιο σιδηροπενίας (λανθάνον στάδιο), τα αποθέματα σιδήρου στον οργανισμό τείνουν να εξαντληθούν. Η συγκέντρωση της φερριτίνης μειώνεται κάτω από 30ng/ml και παράλληλα αρχίζει να μειώνεται και ο σίδηρος στο αίμα κάτω από τα 60mg/dl.

Στο στάδιο αυτό ο αιματοκρίτης, η αιμοσφαιρίνη και ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων παραμένουν σε κανονικά επίπεδα.

γ) Στο τρίτο στάδιο (στάδιο έκδηλης αναιμίας), η συγκέντρωση του σιδήρου στον ορό του αίματος μειώνεται αισθητά, η αιμοσφαιρίνη μειώνεται κάτω από 12 και 14g/dl στις γυναίκες και τους άνδρες.

Ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι μάλλον κανονικός, η τιμή όμως του αιματοκρίτη μπορεί να ελαττωθεί, λόγω ανάλογης μείωσης του μέσου όγκου των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

δ) Στο τελικό σιδηροπενικό στάδιο (στάδιο προχωρημένης αναιμίας), τα αποθέματα σιδήρου είναι ήδη εξαντλημένα και όλοι οι αιματολογικοί δείκτες είναι μειωμένοι αισθητά και κυρίως του αιματοκρίτη.

Κατά την παρακολούθηση της αιματολογικής κατάστασης των αθλητών σημασία έχει η διάγνωση του πρώτου και κυρίως του δεύτερου σταδίου της έλλειψης σιδήρου. Στο στάδιο αυτό μπορεί να προκληθούν διαταραχές του αερόβιου μυικού μεταβολισμού.

Στο τρίτο και στο τέταρτο στάδιο της έλλειψης σιδήρου, πέραν των διαταραχών αυτών, μειώνεται η επάρκεια του συστήματος μεταφοράς οξυγόνου, οπότε περιορίζονται σημαντικά οι δυνατότητες του οξειδωτικού μεταβολισμού και της παραγωγής αερόβιας μυικής ενέργειας.