Σίσηρος και Υγεία

ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΣΙΔΗΡΟΥ

Ο σίδηρος των τροφών απορροφάται με την δισθενή μορφή του ( Fe ++ ) στο λεπτό έντερο.

Ο ρυθμός απορρόφησής του είναι εντονότερος στα κεντρικότερα τμήματα του εντερικού αυλού (δωδεκαδάκτυλο) και εξαρτάται από τους εξής παράγοντες:

1. Από την περιεκτικότητά του στις διάφορες τροφές.

2. Από την απορροφησιμότητά του(βιοδιαθεσιμότητα).

3. Από τον ρυθμό ερυθροποίησης.

Όσο περισσότερο σίδηρο περιέχουν οι τροφές, όσο πιο ευδιάλυτη είναι η μορφή του, όσο πιο περιορισμένα είναι τα αποθέματα σιδήρου στον οργανισμό και όσο εντονότερος είναι ο ρυθμός ερυθροποίησης, τόσο περισσότερο αυξάνεται η απορρόφηση του στο λεπτό έντερο.

ο προσλαμβανόμενος σίδηρος προέρχεται τόσο από ζωικές τροφές, οι οποίες περιέχουν αίμη, όσο και από τροφές φυτικής προέλευσης που δεν περιέχουν αίμη.

Ο δισθενής σίδηρος της αίμης απορροφάται εύκολα, ενώ αντίθετα ο τρισθενής σίδηρος των φυτικών τροφών απορροφάται πολύ δυσκολότερα.

Οι ζωικές τροφές προάγουν την απορροφησιμότητα του ανόργανου σιδήρου των φυτικών τροφών, επειδή κατά την πέψη τους υπερεκκρίνεται υδροχλωρικό οξύ, το οποίο ανάγει τον τρισθενή σίδηρο των φυτικών τροφών σε δισθενή και επομένως ευαπαρρόφητο.

Ορισμένες επίσης ουσίες της τροφής, όπως λ. χ. το ασβέστιο, το ασκορβικό οξύ (βιταμίνη C), το γαλακτικό, πυροσταφυλικό και κιτρικό οξύ, αυξάνουν την απορρόφηση του ανόργανου σιδήρου σχηματίζοντας ευδιάλυτα συμπλέγματα.

Συνήθως όταν προσλαμβάνεται μικτή τροφή, που περιέχει ζωικές και φυτικές ουσίες, το ποσοστό του σιδήρου που απορροφάται στο λεπτό έντερο είναι της τάξης του 8-10%.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗ ΣΙΔΗΡΟΥ

Η μεταφορά σιδήρου από τα κύτταρα του εντερικού βλεννογόνου προς το αίμα και η διακίνησή του τόσο στο πλάσμα όσο και στο υγρό των ιστών, γίνεται ύστερα από δέσμευσή του σε ειδική πρωτεΐνη, την τρανσφερίνη.

Η συγκέντρωση της τρανσφερίνης αυξάνεται στο πλάσμα, όταν υπάρχει έλλειψη σιδήρου στον οργανισμό, καθώς και κατά την εγκυμοσύνη, ενώ αντίθετα μειώνεται σε καταστάσεις υπερφόρτωσης του οργανισμού με σίδηρο, καθώς και σε οξείες ή χρόνιες φλεγμονές.

Η κανονική συγκέντρωση σιδήρου στο πλάσμα είναι μεγαλύτερη στους άντρες και μικρότερη στις γυναίκες και η στάθμη του σιδήρου είναι σχετικά μεγαλύτερη το πρωί και ελαττώνεται κατά 30-50% το βράδυ.

Κατά μέσον όρο η συγκέντρωση του σιδήρου στον ορό κυμαίνεται γύρω στα 100mg/dl.

Η κυκλοφορούσα τρανσφερίνη μπορεί να δεσμεύσει τριπλάσια ποσότητα σιδήρου, γύρω στα 300mg/dl.

Ο κορεσμός των εστιών δέσμευσης σιδήρου της συνολικής ποσότητας τρανσεφερίνης του πλάσματος αποτελεί δείκτη της ολικής δεσμευτικής ικανότητας σιδήρου (Total Iron Binding Capacity, TIBC)

Η τρανσφερίνη εφοδιάζει με σίδηρο το μυελό των οστών για τις ανάγκες της ερυθροποίησης και επίσης ιστούς που περιέχουν σιδηρούχους ενώσεις, όπως μυοσφαιρίνη, σιδηρούχα ένζυμα κ.λ.π.

ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΣΙΔΗΡΟΥ

Ο σίδηρος αποθεματοποιείται με την μορφή δύο ουσιών, της φερριτίνης και της αιμοσιδηρίνης, οι οποίες βρίσκονται κυρίως σε κύτταρα του ήπατος, του σπληνός και του μυελού των οστών. Τα αποθέματα αυτά αποτελούν σιδηρούχες εφεδρείες, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν, όταν ο οργανισμός χρειάζεται σίδηρο.

Η φερριτίνη είναι μια μεγαλομοριακή ουσία. Αποτελείται από ένα σφαιρικό πρωτεϊνικό περίβλημα, που ονομάζεται αποφερριτίνη, μέσα στο οποίο εγκλείεται ένας σιδηρούχος πυρήνας, που περιέχει μέχρι 4500 άτομα σιδήρου.

Η αιμοσιδηρίνη θεωρείται μια μορφή αποδόμησης του μορίου της φερριτίνης.

Παρά το γεγονός ότι η φεριττίνη είναι μια ενδοκυτταρική ουσία, εντούτοις μικρές ποσότητες της ουσίας αυτής κυκλοφορούν στο αίμα. Η κυκλοφορούσα φερριτίνη διαφέρει κάπως δομικά από την ενδοκυτταρική ή αποταμιευτική φερρτίνη.

Η λειτουργική σημασία της κυκλοφορούσης φερριτίνης είναι άγνωστη, η συγκέντρωσή της όμως στον ορό του αίματος θεωρείται αξιόλογος δείκτης των αποθεμάτων σιδήρου στον οργανισμό, παρά τις σχετικές επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν από ορισμένους ερευνητές.

Για παράδειγμα, οι Magnusson et al (1984) διατύπωσαν την άποψη τους, ότι η μειωμένη συγκέντρωση της κυκλοφορούσης φερρτίνης στον ορό των αθλητών, μπορεί να μην αντιπροσωπεύει κατ’ ανάγκην πραγματική ελάττωση των αποθεμάτων σιδήρου του οργανισμού τους.

Οι Magnusson et al (1984) στήριξαν την επιχειρηματολογία τους σε αιματολογικά ευρύματα μιας ευάριθμης ομάδας δρομέων μεγάλων αποστάσεων.

Οι τελευταίοι είχαν μειωμένη συγκέντρωση φερριτίνης στο πλάσμα (κάτω από 25mg/L) χωρίς ενδείξεις διαταραχής της ερυθροποιητικής λειτουργίας του μυελού των οστών ή άλλων σημείων σιδηροπενικής κατάστασης.

Η σύγκριση των αιματολογικών παραμέτρων της ομάδας αυτής των αθλητών και μιας άλλης ομάδας δρομέων αποστάσεων, που είχαν μέση συγκέντρωση φερριτίνης ορού πάνω από 100mg/L, δεν απέδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές της συγκέντρωσης σιδήρου και αιμοσφαιρίνης του αίματος, του μέσου όγκου των ερυθροκυττάρων και της τιμής του αιματοκρίτη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s