Η Φωνή σας Έσβησε στα Αυτιά μου και με Χείλη πιο ανοιχτά στο Πνεύμα σας θα μιλήσω…

Στις 16.30 το απόγευμα της Δευτέρας μου έστειλες το τελευταίο χιουμοριστικό σου μήνυμα…

Όταν σας εψαχνα και δεν σας έβρισκα ένιωσα ταραχή στην καρδιά μου…

Όταν έμαθα τις πρώτες πληροφορίες η ζωή μου σκεπάστηκε από ένα πέπλο θλίψης…

Προσπαθούσα να κρατήσω μία απεγνωσμένη ελπίδα για την ύπαρξή σας μέχρι την επιβεβαίωση κάποιον επίσημων στοιχείων… Ωστόσο όλες οι μαρτυρίες και οι αφηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν από κοντά αυτήν την καταστροφή δεν μου έδιναν περιθώρια…

Πολλές θα είναι οι ημέρες του πόνου και οι νύχτες της μοναξιάς μου…

Μακάρι να ήμουν ένα πηγάδι ξερό και στερεμένο και οι άνθρωποι να μου πετούσαν πέτρες… Γιατί αυτό πιο εύκολα θα μπορούσα να το υποφέρω από τον απρόσμενο χαμό σας…

Όμως πέταξες στα ουράνια μαζί με τα δύο σου αγγελούδια, τα οποία δεν πρόλαβαν να ανθίσουν…

Πετάξατε όπως οι αετοί στον ουρανό, μόνοι, χωρίς τις φωλιές τους…

Πετάξατε όπως η φωνή που δεν μπορεί να πάρει μαζί της τη γλώσσα και τα χείλη που τις έδωσαν φτερά…

Όλα αυτά τα χρόνια που γνωριζόμαστε, μοιραστήκαμε πάρα πολλές σκέψεις και συναισθήματα και πώς μπορώ να σε αποχωριστώ χωρίς πόνο και σπαραγμό…

Όμως η ανάσα της Ζωής σας ύφανε και σας έκανε πέπλο από φως πάνω στο πρόσωπό της…

Σήμερα δεν πετώ από το κορμί μου ένα ρούχο, αλλά σκίζω το δέρμα μου με τα ίδια μου τα χέρια…

Ήσουν τόσο στοργικός πατέρας, γιατί αναγνώριζες ότι τα παιδιά σου, δεν είναι παιδιά σου, αλλά γιοί και κόρες της λαχτάρας της Ζωής. Αναγνώριζες ότι ήσουν το τόξο απ’ όπου θα τίναζες σαν ζωντανά βέλη τα παιδιά σου μπροστά.

Η έννοια του αυταρχισμού απέναντι στα παιδιά σου δεν υπήρχε σε εσένα, διότι ο επαναλαμβανόμενος αυταρχισμός πηγάζει από την ανικανότητα των γονέων, να καταλάβουν ότι η ψυχή των παιδιών κατοικεί στο σπίτι του αύριο, το οποίο δεν μπορούν να το επισκεφθούν ούτε στα όνειρά τους.

Θυμάμαι πόσο παρηγοριτικός και συμβουλευτικός ήσουν μαζί μου, όταν είχα ανάγκη για υποστήριξη… Μου μιλούσες πάντα μέσα στο πνεύμα μου.

Πλέον, ελευθερώσατε ανάλαφρα και ανεμπόδιστα την ανάσα σας και υψώθηκε στον ουρανό για να γυρέψει τον Θεό, διότι η ζωή και ο θάνατος είναι ένα, όπως ο ποταμός και η θάλασσα είναι ένα.

Όλα όσα υπάρχουν, ζουν πάντα από όλα που υπάρχουν. Κι όλα όσα υπάρχουν ζουν με την πίστη που δεν έχει όρια και με την γενναιοδωρία του Υπέρτατου.  

 

 

Advertisements

ΕΠΙΝΙΚΙΟΝ – ΛΟΥΚΑΣ, Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ

14329954_10154537005783351_6317257365677532280_n

Τα πάντα ρέουν, ρέουν, καταρρέουν!
Διασπώνται, περιρρέουν.
Και μετ’ άνασυγκροτούνται,
Μ’ άλλα μόρια αρμολογούνται.
Κάθε ον και κάθε πλάσμα,
Ωσάν ύφασμα στο φάσμα…
Που υφαίνει την ζωή
Καλοπίζοντας την Γη.
Κι αν η ύπαρξή μας ψήγμα,
Π’ ούτε καν αφήνει στίγμα,
Που και που κάποιες μορφές
Ανεβαίνουν σε κορφές,
Όπου Δόξα θα φωνάξουν
κι Αθανασία θα χαράξουν,
καταθέτοντας ορμή,
ιδρώτα, πόνο και ψυχή.
Αψηφώντας ηλικία,
Θα αδράξουν τα ηνία
Κι οδηγούν αυτό το άρμα,
Σάρκα, μυς κι όλο το χάρμα,
προς του Σύμπαντος τον Γόνο,
στην πηγή, τον Χώρο-Χρόνο!
Τα πάντα ρέουν, ρέουν καταρρέουν,
Μα στην δόξα σου εισρέουν!
Χαίρ’ ω χαίρε Τρισκελίδα,
Καταπόδια ηλιακτίδα!

14368747_10154537029298351_6995027304646435127_n

Παναγιώτης Τερπάνδρου Ζαχαρίου εν Χανίοις εποίησεν
τη 20η Σεπτεμβριου 2016,
τω Λουκά αφιερούτο-

Ελένη Νικολαΐδου Πάλμου

» Ελένη σε ευχαριστώ τόσο για το βίντεο όσο και για την παρακάτω τοποθέτησή σου. Θέλησα να αναδημοσιεύσω το παρακάτω κείμενο που έγραψες, διότι αποτελεί μια ελπίδα στον σημερινό μας κόσμο, ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που μπορούν να αγγίζουν και να μιλούν με την καρδιά τους…

Όσο για εμένα, θα προσπαθήσω με αυτή την ευχή σου να σταθώ αντάξιος των λόγων σου στους αγώνες του Παγκοσμίου πρωταθλήματος, αλλά το σημαντικότερο από όλα είναι να έχει κάποιος τόσο σημαντικούς ανθρώπους στην ζωή του όπως είσαι εσύ…»

 

SAM_0020Υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν στη ζωή σου μόλις χθές αλλα εχουν τόσο φώς στη ψυχή τους που νιώθεις οτι τους γνωρίζεις πολλά χρόνια, έτσι έγινε και με τον φίλο μας και ποδηλάτη Loukas Katapodis που ενω γνωριζόμαστε πολύ λίγο το » φώς» του μας πλημμύρισε .

Το παρακάτω βίντεο ειναι ενα αφιέρωμα που έφτιαξα σαν φόρο τιμής (το λιγότερο που μπορουμε να κάνουμε στον πρωταθλητή μας). Επέλεξα να βάλω το συγκεκριμένο ξένο τραγούδι γιατι πιστεύω οτι εχει ενα βαθύ νόημα. Ναί μεν Dust in the wind αλλα κλείνοντας τα μάτια έστω μια στιγμή οπως λένε και οι στίχοι τότε βλέπεις την προσπάθεια,την δύναμη και την πίστη σε αυτο που κάνει ο παγκόσμιας εμβέλειας πρωταθλητής και σου δίνει και εσένα ελπίδα για το μέλλον το δικό σου αλλα και των παιδιών σου.

Το εχω πει αρκετές φορές οτι δεν υπάρχει καλύτερο και πιο υγιές πρότυπο για τα παιδιά μας απο εναν άξιο άνθρωπο που ασχολείται με τον αθλητισμό-Πρωταθλητισμό! Ελπίζω το βίντεο να το δούν και στο εξωτερικό οι συναθλητές του γιατι εν όψει παγκόσμιου αγώνα να ξέρουν με ποιόν εχουν να κάνουν εστω και απο την αγγλική επικεφαλίδα μόνο…τα λόγια στο βίντεο ειναι μόνο για εμας τους Έλληνες!!!

ΤΟ ΚΟΥΦΑΡΙ ΕΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Παναγιώτης Ζαχαρίου

Παναγιώτης Ζαχαρίου

«ΤΟ ΚΟΥΦΑΡΙ ΕΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ»
(ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2008 ΣΤΑ ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ)
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΥ ΖΑΧΑΡΙΟΥ

Παραπάνω από δεκαεννέα δεν πρέπει να ήτανε, αλλά σίγουρα αποτελούσε ένα από τα πιο οξύμωρα σχήματα που είχα αντικρίσει έως τότε. H λαλιά του και το όλο του παρουσιαστικό με ανήγαγαν στα ριζίτικα βουνά της Κρήτης. Άλλος αέρας. Παντελώς αταίριαστος με τα νεγρο-αμερικάνικα ακούσματα που ηχούσαν διαπασών στο ημιυπόγειο διαμέρισμα που είχε μόλις νοικιάσει στα Χανιά.

«Καλά βρε φίλε, τι σχέση μπορεί να έχει ένας Κρητίκαρος του λόγου σου με αυτά που θυμίζουν τα κατώγεια της Νέας Υόρκης;» Αξέχαστη θα μου μείνει η ταραχή στο ύφος του με αυτό μου το σχόλιο αφού πρώτα τον είχα παρακαλέσει να χαμηλώσει τη μουσική εν ώρα κοινής ησυχίας.

Αυτός την έκλεισε, και με πληγωμένο το φιλότιμο είπε: «Συγνώμη σύντεκνε, δίκιο έχεις. Δεν είμαι τούτοσές που δείχνω. Απλά ήθελα ν’ ακούσω αυτά π’ ούλοι ακούν έπαέ στη πόλη για να μοιάσω…»

Γίναμε φίλοι. Όταν τον γνώρισα καλύτερα, γνώρισα και τον πλούσιο κόσμο που ήθελε να αφήσει, αλλά αργότερα, κι αυτόν όπου του έμελλε να ενταχθεί.

Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80, η αρχή του τέλους του Ελληνικού πολιτισμού της υπαίθρου – τότε που ο κάθε πολιτικάντης, εκμεταλλευόμενος την αυξανόμενη αστυφιλία, ψηφοθήριζε στα χωριά έναντι αδιάκριτων διορισμών στις δημόσιες υπηρεσίες.

Ίσως όχι και τόσο τυχαία είχαν υποβαθμισθεί γλώσσα και παιδεία για τα χωριατόπουλα που θα εισέρεαν στις πόλεις, καθώς οι γονείς τους συνδικαλιζόταν κομματικά για να διορισθούν σε κάποια υπηρεσία. Και ενώ στα τότε ακόμα ζωντανά χωριά τους τα παιδιά αυτά θα δρούσαν σε έναν κόσμο αληθινό, όπου θα συναναστρεφόταν με όλες τις ηλικίες, μαθαίνοντας πως να παράγουν τροφή, πως να φτιάχνουν ένα σπίτι, ένα σκάφος κτλ, τώρα θα εντασσόταν ολομερής με συνομήλικούς τους σε ένα σύστημα που θα επιμήκυνε την ανωριμότητα και την εξάρτηση.

Αυτό, βέβαια, μακρόχρονα θα ωφελούσε τις μεγάλες επιχειρήσεις και το δημόσιο: Ο ανώριμος άνθρωπος είναι καταναλωτικός. Ο εξαρτημένος ζει με τον φόβο, κι αυτός είναι ο ιδανικός εργαζόμενος.
Στα πέριξ των πόλεων φύτρωσαν τσιμεντοκούτια, ενώ νεοκλασικά κτήρια κατεδαφίσθηκαν για τις αντιπαροχές. Πολλά τότε τα Ελληνικά εργατικά χέρια. Πολλά και τα λεφτά από τις επιδοτήσεις.

Αυτά όμως μετουσιώθηκαν σε τσιμεντένια παραπήγματα, όπου ο νεόφερτος στην πόλη χωρικός, με όλα τα συμπλέγματα που του επέφερε η προσπάθειά του να «μοιάσει», θα γινότανε… «αστυχωριάτης». Ανυπόφορη η ατμόσφαιρα στις δημόσιες υπηρεσίες.

Άνθρωποι συνηθισμένοι να δρουν υπαίθρια, τώρα ασφυκτιούσαν σε καπνόμιχλα γραφεία όπου με τεντωμένα νεύρα κολλούσαν ένσημα. Κι αν δεν οσφριζόταν κανείς τη «χωριατίλα» στο δημόσιο, σίγουρα την κουτούλαγε στους δρόμους, καθώς πολλοί που πλούτισαν ως εργολάβοι πρόχειρων κατασκευών, πλούτισαν και τις πολυτελείς αυτοκινητοβιομηχανίες.

Το «αυτοκίνητο» έγινε «το ερ-γα-λείο» αλλά όχι τόσο για χρήση, όσο για την επίδειξη της οικονομικής ισχύος του νεόπλουτου. Ωστόσο, τα αγροτικά που κάποτε μετέφεραν σοδειές, τώρα πια κόμιζαν τετρακίνητο εγωισμό…

«Μασκαρά – Γκρέκο Μασκαρά … Τρόμπα, φιγούρα, σαχλαμάρα κι άρπα-κόλλα…» Εάν μη τι άλλο, η όλη κατάσταση ενέπνευσε και τραγούδια όπως αυτό του Γιάννη Μιλιώκα. Για τον «αστοχωριάτη» όμως, τα σκυλάδικα είχαν τον πρώτο λόγο. Εκεί θα εύρισκε την «καλλιτεχνική» εκδήλωση του νεοπλουτισμού του με σπονδές από σαμπάνια και γαρύφαλλα.

Κι αν η ύπαιθρος κάποτε έδενε τα χέρια των χορευτών σε κύκλους, η τσιμεντούπολη τα έλυσε δια της επιδεικτικής ζεϊμπεκιάς ή του ξενόφερτου πιθηκισμού. Και πως αλλιώς, σε κοινωνίες όπου οι φιλίες είχαν γίνει χρησιμοθηρικές και όπου οι «πετυχημένοι» θα εισέπρατταν τον φθόνο αυτών που οι πόλεις είχαν απορρίψει ή, χειρότερα, τσακίσει;

Ο Αριστοτέλης είχε παρατηρήσει ότι χωρίς πλήρη συμμετοχή στον κοινωνικό βίο δεν υπήρχε ελπίδα για κάποιον να αναπτυχθεί ως υγιής άνθρωπος. Οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο υπήρχαν μόνον όσο στην ύπαιθρο υπήρχαν ζωντανά χωριά και στις πόλεις γειτονιές που τώρα πια είχαν πνιγεί από πολυόροφα «μαυσωλεία».
Το αντίκτυπο του «θέλω να μοιάσω» είχε τραγικές δημογραφικές και πολιτισμικές συνέπειες στον τόπο. Ο αστυχωριάτης, τραγελαφικά διχασμένος μεταξύ της χωρικής και αστικής του ταυτότητας, πολλά παιδιά δεν έκανε.

Κι αυτά που έκανε, έκαναν ακόμη λιγότερα, επειδή δεν είχαν όραμα πέρα από το να μοιάσουν κι αυτά με τους τηλεοπτικούς ήρωες του «Λάιφ Στάιλ». Ξεκομμένος από τις ρίζες του, ο Έλληνας ρίχθηκε στην κατανάλωση του ο’ τι θα τον συνταίριαζε με την ξενόφερτη τηλεοπτική φαντασιοπληξία που θα ανέβαλε τον γάμο, θα αύξανε τις εφήμερες σχέσεις, τις εκτρώσεις, ή αλλιώς, θα κατέστρεφε το δομικό υλικό μίας υγιούς κοινωνίας – την οικογένεια.
Προφητική και η δήλωση του ιστορικού Arnold J. Toynbee: «Εάν θέλεις να καταστρέψεις ένα έθνος, να επιμηκύνεις τα παραγωγικά χρόνια της νεολαίας του πίσω από τα θρανία» Τα τέκνα αυτών των ολιγομελών οικογενειών γέμισαν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας και του εξωτερικού με αιώνιους φοιτητές που έπρεπε να εκπληρώσουν τα απωθημένα των γονέων τους.

Όμως η τώρα πια «δημοσιο-υπαλληλίστικη» παιδεία, αντί να παράγει ενάρετους Έλληνες πολίτες, θα παρήγαγε μισέλληνες αναρχικούς: «ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΣΤΕ ΚΑΙ ΦΑΙΝΕΣΤΕ» θα ήταν το σύνθημα διάσπαρτα γραμμένο όπου υπήρχαν Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, ενώ η ανάρτηση της σημαίας από κάποιον πολίτη θα θεωρείτο πράξη «φασιστική».

Αναδυόμενοι από μια μεθοδευμένη μνημοκτόνο παιδεία της διεθνιστικής «πολιτικής ορθότητας» και της καφετέριας, το μόνο μέλλον προς το οποίο θα μπορούσαν να αποβλέπουν ήταν αυτό για το οποίο τους προετοίμαζε το σύστημα: το πώς να είσαι ένας καλός Αιγύπτιος που ξέρει τη θέση του στη πυραμίδα.

Αυτό που φοβίζει είναι ότι η διανόηση της εποχής ανέδειξε τους πιο χαρακτηριστικούς της τύπους: τον δημόσιο υπάλληλο… τον δικηγόρο… τον πολιτικάντη… 

Πάντως, το σίγουρο είναι ότι η «μόρφωση» δεν κατάφερε να αποτινάξει τη «χωριατίλα» του «θέλω να μοιάσω». Ο πιθηκισμός ακόμα καλά κρατεί στο πανελλήνιο. Ελλείψει αυτόχθονων σημείων αναφοράς, καθώς πολλοί γονείς είναι τώρα πια γεροροκάδες, γεροντισκόβιοι και γερομπλουζάδες, η σημερινή γεννιά φοράει ρούχα μερικά μεγέθη μεγαλύτερα από το κορμί τους και μαθαίνει χιπ χοπ. Οι πολιτισμικές αντιστάσεις στην απόλυτη αποχαύνωση πλέον καθιστούνται ανύπαρκτες.

Κάποια στιγμή, τα οικονομικά πακέτα στέρεψαν. Κι όσοι δεν είχαν διορισθεί στο δημόσιο ή διαπρέψει στον ιδιωτικό τομέα, τώρα θα ξεπουλούσαν τα πατρογονικά τους χωράφια για να στηρίξουν την αστυφιλία τους.

Βλέποντας τα ρημαγμένα μας χωριά, όπου πλέον αλλοδαπός ιδρώτας ποτίζει τους αγρούς, οι κατέχοντες μνήμη άνω των σαράντα συχνά κυριεύονται από νοσταλγία για έναν πολιτισμό νεκρό πλέον.

Κι όπως το φυσικό επακόλουθο του θανάτου είναι η αποσύνθεση, συνεπικουρούμενη από τα σκουλήκια, έτσι και η γόνιμη γη της υπαίθρου διαμελίζεται με την αδηφάγο δράση κατασκευαστών, τραπεζών και κτηματομεσιτών – οι μόνοι οργανισμοί που ευδοκιμούν σε περίοδο πολιτισμικής σήψης. Αλλά κι αυτοί είναι καταδικασμένοι να αλληλοσπαραχθούν όταν δεν έχει μείνει πλέον τίποτα στο κουφάρι.

Ως τα υβριδικά πλέον απομεινάρια ενός φθίνοντος πολιτισμού, εμείς ευθυνόμαστε για την υποβάθμιση όλων των θεσμών με έναν ατέρμονο καταιγισμό νεωτερισμών, μεταρρυθμίσεων και αλλαγών που τσάκισαν την ραχοκοκαλιά του τόπου – την παραγωγική χωρική οικογένεια – και αφαίμαξαν την ύπαιθρο από τα Ελληνικά της νιάτα.

Οι συνέπειες είναι πια ορατές… Οι αποσυνθετικοί οργανισμοί είναι ξένοι πλέον, καθώς οι αλλοδαποί εργάτες, των οποίων τα κάποτε χαμηλόμισθα χέρια πλούτιζαν τους αστυχωριάτες, τώρα γίνονται τα αφεντικά με τις ευλογίες ενός συστήματος που δεν αναγνωρίζει έθνος πια, αλλά μόνο ψηφοφόρους που θα του εξασφαλίσει την εξουσία πάνω στο κουφάρι.

Αρθρο του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΥ ΖΑΧΑΡΙΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΑ ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ, ΣΕΛΙΔΑ 22. ΑΣ ΚΗΡΥΞΟΥΜΕ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΜΟΡΦΩΣΙΑΣ, ΑΞΕΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΦΡΙΛΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ ΔΙΑΔΙΔΟΝΤΑΣ ΤΟ ΕΑΝ ΣΑΣ ΕΚΦΡΑΖΕΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ.

ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΑ
(ΜΕ ΔΥΟ ΛΑΜΔΑ ΚΑΙ ΗΤΑ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ)

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΥ ΖΑΧΑΡΙΟΥ

Το 1988, διαβάζοντας τα τεκταινόμενα της τότε εποχής και φοβούμενος για τα μελλούμενα στον τόπο μας (που δυστυχώς επαληθεύτηκαν) εκτονώθηκα δια του στίχου και της ζωγραφικής. Με τίτλο “Οπλίτου Κραυγή” το παρακάτω ποίημα, που ζωγράφισα κιόλας, φιλοξενήθηκε στα Χανιώτικα Νέα. Δυστυχώς εδώ επαληθεύεται το “Ουδείς Προφήτης στον Τόπο του”. Εάν μη τι άλλο, σήμερα είναι επίκαιρο…

“Αναζητώ την φάλαγγα, την χιλιοεπανδρωμένη
με παλληκάρια άξια, σπαθάτα λεβεντόνια,
κατά τ’ εχθρού να κινηθεί, γοργώς, πειθαρχημένη,
πολέμιες κραυγές να φλέγουν τα πνευμόνια…

Αναζητώ αντάξιους, απτούς εχθρούς να πλήξω,
Μα δεν υπάρχουν Πέρσες πια, Ρωμαίοι, Ούνοι, Γότθοι,
Να ξεσπαθώσω να ριχθώ, στην μάχη να ορμήξω.
Αυτούς να τρέψω εις φυγήν έως την πέραν όχθη…

Ορδές βαρβάρων ύπουλες την χώρα μου σαρώνουν
και πέφτει θύμα εύκολο ο ανύποπτος λαός μου.
Λεηλατούν το πνεύμα, την ψυχή του εξοντώνουν,
κομίζοντας αμάθεια, τη μνήμη του σκοτώνουν…

Μα τό ‘χει γράψ’ η μοίρα μου μονάχος μου να στέκω
μοναχικούς παιάνες η ψυχή να τραγουδάει,
καθώς ,σαν την Ακρόπολη, από ψηλά να βλέπω
την αιμοποτισμένη γη ηρώων να βογκάει. ”

Ακολούθησαν και άλλα, καθιστώντας τον γράφοντα ‘απαισιόδοξα γραφικό’ κατά μερικούς, ‘προγονόπληκτα ρομαντικό’ κατ’ άλλους. Ίσως, αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός έως ότου καταργήθηκε το διπλό ‘λ’ από το “παλληκάρι’ και το ‘η’ έγινε ‘ι’ = παλικάρι. “Προοδευτική απλοποίηση της γλώσσας”, σου λέει… Τι και αν χάθηκε η ρίζα; Δηλαδή το “πάλλω” (ταρακουνάω) την “κάραν”, το κεφάλι (εξ ού και το ‘καραφλός’, το ‘καραδοκώ’ και το ‘καρύδι’ [ο καρπός του οποίου μοιάζει με εγκέφαλο]).

Μα τι λέει ο ποιητής…; Ποία η σχέση του “ταρακουνήματος” της κεφαλής με αυτό που σήμερα εννοούμε λέγοντας “παλληκάρι”; Εάν είχαμε την παιδεία να ταρακουνήσουμε και την μνήμη μας, ίσως η λέξη ‘παλληκάριον’ θα μας ταξίδευε σε εποχές όταν Έλληνες οπλίτες συνασπιζόντουσαν σε φάλαγγες και ταρακουνούσαν τα λοφία των περικεφαλαίων προκαλώντας τον εχθρό σε σύγκρουση. Για να αντιμετωπίσεις αντρίκια τον εχθρό πρέπει να το λέει η ψυχή σου. Τότε μόνον είσαι παλληκάρι. Η κίνηση της παλλόμενης κεφαλής ακόμα καλά κρατεί στον πολεμικό Πυρρίχιο των Ποντίων, που είχε περιγράψει και ο Ξενοφών στην “Ανάβαση” προ 2 χιλιετίες.

Όμως, κάθε γενιά είναι άξια της γλώσσας της. Στην δική μας περίπτωση, αποποιούμενοι την Ελληνική σκέψη, το ένα λάμδα έπεσε στους παλλόμενους γοφούς που αντικατέστησαν την κίνηση της κεφαλής, η οποία πλέον, αντί να πάλλεται, ανεβοκατεβαίνει αυτιστικά (με σφηνάκι ανά χείρας, συνήθως)… Ταιριαστό για έναν λαό πού πλέον δεν “νοιώθει” την γλώσσα του.

Ωχ! Είπα “νοιώθει” με όμικρον – ιώτα; Ακόμη και ο αυτόματος ορθογράφος του υπολογιστή μου το διόρθωσε ως “νιώθω” με ιώτα… Είμαι, τελικά, αντίκα! Αλλά για περίμενε! Το όμικρον ιώτα κάποτε προσέδιδε την έννοια του “νοός” όπως στις λέξεις “πρόνοια, άνοια, διάνοια” κλπ. Δηλαδή, ο “νους” “ωθεί”. Άρα, όταν “νοιώθω” ουσιαστικά “αισθάνομαι δια της εν-νοιας = της λογικής”.

Ενδιαφέροντα όλα αυτά για ιστορικούς λόγους, αλλά τι πρακτικότητα θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τέτοιες γνώσεις στον κόσμο του σήμερα; Κι όμως, όπως οι λειτουργικές ικανότητες ενός υπολογιστή εξαρτώνται από την μνήμη που διαθέτει, έτσι και οι δυνατότητες ενός λαού εναπόκεινται στην δική του ιστορική μνήμη.

Η Ελληνική διανόηση μεσουράνησε επειδή ακριβώς αναγνώρισε την σπουδαιότητα της μνήμης σε τέτοιο βαθμό που όχι μόνο την προσωποποίησε, αλλά την θεοποίησε κιόλας: Για εννέα ημερονύκτια πλάγιασε ο Δίας (το θείον) με την Τιτανίδα Μνημοσύνη (την μνήμη) για να γεννηθούν οι εννέα Μούσες που αντιπροσωπεύουν όλα τα στοιχεία ενός υψηλού πολιτισμού (εξ ου και τα “Μουσεία” όπου εναποτίθενται τα έργα των πολιτισμών). Σε αυτές τις Μούσες κάνουν οι ποιητές σαν τον Όμηρο επίκληση για να θυμηθούν τα έργα τους.

Αυτός ο σύνθετος τρόπος σκέψης δημιούργησε τον Ελληνικό πολιτισμό και δη την Ελληνική λαλιά, οι περισσότερες λέξεις της οποίας από μόνες τους αποτελούν Μουσεία μνήμης, αλλά και διδαχής.

Αυτή την γλώσσα “κατακρεουργούν” οι μεταρρυθμιστές της Ελληνικής(;) παιδείας τα τελευταία τριάντα χρόνια για να δέσει η λεξιπενία με την κατάπτωση των καιρών. Σήμερα, στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών συζητείται η περαιτέρω κατάργηση μερικών συμφώνων, διφθόγγων και φωνηέντων… Τι συμβαίνει εδώ; Πρόκειται, άρα, περί κάποιας συνωμοτικής μνημοκτονίας της Ελληνικής σκέψης; Περί μίας γλωσσικής υπεραπλούστευσης εν ονόματι “των πολιτικάντηδων και της προόδου”;

Το μόνο σίγουρο είναι ότι “ορδές βαρβάρων ύπουλα σαρώνουν” τον γλωσσικό μας πλούτο, επιφέροντας μία “προοδευτική” ασθένεια τύπου Άλτσχαϊμερ στην Ελληνική συνείδηση – κάτι που καθιστά αμφίβολη και την πνευματική μας συνέχεια ως έθνος (όχι πως η έννοια του έθνους ιδιαιτέρως προβληματίζει “αμνήμονες” …).

Σώζεται η κατάσταση; Το σίγουρο είναι ότι οι πνευματικά νεόπλουτοι της ακαδημαϊκής κοινότητας δεν τολμούν να αντιδράσουν, αν και είναι αμφίβολο ότι πολλοί από δαύτους, διαβρωμένοι από κομματικά συμφέροντα και ξενόφερτες αντιλήψεις, διαθέτουν πλέον Ελληνική συνείδηση σε συνδυασμό με γλωσσο-ιστορικές γνώσεις για να φωτίσουν την στερημένη μας νεολαία. Κάτι τέτοιο, εξ άλλου, δεν θα ήταν “προοδευτικό”…

Η λέξη “μόρφωση” θα μπορούσε να μας καθοδηγήσει από μόνη της. Όπως ο γλύπτης πιάνει την άξεστη πέτρα και της δίνει εκλεπτυσμένη “μορφή” αφαιρώντας το ακατέργαστο υλικό, έτσι και η παιδεία πρέπει να αφαιρέσει την “ανιστορικότητα”. Αφαιρουμένης της “αξεστιάς” αναδύεται ο “δια-μορφωμένος”, καλλιεργημένος άνθρωπος – το “παλληκάρι”. Κι αν το εργαλείο του γλύπτη είναι το σκαρπέλο, αυτό της παιδείας είναι η γλώσσα, και δη η Ελληνική.

Η γνώση αυτής της γλώσσας ανέκαθεν διαχώριζε τους Έλληνες από τους “βάρβαρους”, των οποίων οι λαλιές κάποτε εκπολιτίστηκαν από ελληνικά λήμματα φορτισμένα με εννοιολογική μνήμη. Εξ άλλου, τι άλλο είμαστε εκτός από μνήμη; Μόνο αυτή καθορίζει την ποιότητα κρίσης για να αντιμετωπίσουμε τις κρίσεις…
Υπέρτατη ειρωνεία, λοιπόν, να φονεύεται η μνήμη στην χώρα που κάποτε την θεοποίησε και να έχει γεμίσει ο Ελλαδικός χώρος με Αμόρφωτους Πτυχιούχους…

Οι συνέπεια της γλωσσο-πολιτισμικής μας αμνησίας; Εάν η υψηλή σύνθεση των προγόνων μας θεοποίησε την Μνήμη ως την Τιτανίδα Μνημοσύνη, η δική μας αποσύνθεση γέννησε… την Καφρίλα (λίαν επιεικώς). Πως θα την προσωποποιούσαν, άραγε, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι…; Από τα “ντακαντουκάδικα” στις παραλίες όπου φιγουράρουν φουσκωτοί και τατουάζ…, έως και τα δημοσιο-υπαλληλίστικα έδρανα της Ανωτάτης Εκπαίδευσης (;) όπου παρελαύνουν αιώνιοι κότσοι αξύριστων φοιτητών… την κουτουλάμε παντού.

Σε ευχαριστούμε Παναγιώτη, υπέροχο το άρθρο σου!

» ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΩΣΤΕΑ »

Ο Αγαπημένος μου Πνευματικός Αδελφός Νίκος Κωστέας

Μακάρι να ήμουν ένα πηγάδι ξερό και στερεμένο, και οι άνθρωποι να μου πετούσαν πέτρες…γιατί αυτό πιο εύκολα θα μπορούσα να το υποφέρω από τον απρόσμενο χαμό του Αγαπημένου μου Φίλου.

Με ψυχή βαριά και φορτωμένη ξεκινάω να γράφω αυτό το αφιέρωμα για το Νίκο Κωστέα…ωστόσο, είναι ένας τρόπος για να μοιραστώ μαζί σας τον πνευματικό πλούτο αυτού του ανθρώπου.

…τα λόγια του ήταν σαν ύμνος και θυμίαμα για τους ανθρώπους…

Ο Νίκος έδινε μεγάλη σημασία στο να »Υπάρχεις»!

Για αυτόν η λέξη Υπάρχω σήμαινε, να είσαι σοφός χωρίς να είσαι ξένος για αυτούς που δυσκολεύονται να καταλάβουν.

Σήμαινε να είσαι δυνατός αλλά όχι για να ξεκάνεις τους αδύνατους.

Σήμαινε να παίζεις με τα μικρά παιδιά, όχι σαν πατέρας, αλλά καλύτερα σαν σύντροφος του παιχνιδιού, που θέλει να μάθει τα παιχνίδια τους.

Σήμαινε να ξέρεις πως ο άγιος και ο αμαρτωλός είναι αδέλφια δίδυμα, που ο πατέρας τους είναι ο ίδιος ο Θεός.

Σήμαινε να ακολουθείς την Ομορφιά, ακόμα και αν σε οδηγήσει ώς την άκρη του γκρεμού, παρόλο που εκείνη είναι φτερωτή και εσύ χωρίς φτερά.

Σήμαινε να είσαι υφαντής με δάχτυλα που βλέπουν, γεωργός που νιώθει ότι κρύβει ένα θησαυρό με κάθε σπόρο που σπαίρνει, ψαράς και κυνηγός που δείχνει συμπόνια για το ψάρι και το αγρίμι που κυνηγά, αλλά μεγαλύτερη συμπόνια για την πείνα και την ανάγκη του ανθρώπου.

Όσοι γνώριζαν τον Νίκο, έλεγαν ότι ο Θεός είναι στην καρδιά του…αλλά πιστεύω ότι ο Νίκος βρισκόνταν και βρίσκεται μέσα στην καρδιά του Θεού.

Ο Νίκος ήταν κήπος χωρίς μάντρα, αμπέλι χωρίς φύλακα, θυσαυροφυλάκιο πάντα ανοιχτό στους περαστικούς.

Πίστευε ότι ακόμα και αν σε ληστέψουν, σε ξεγελάσουν, σε εξαπατήσουν, σε παραπλανήσουν και σε παγιδέψουν, εσύ πρέπει παρόλα αυτά, να κοιτάζεις κάτω από το ύψος του μεγαλύτερου εαυτού σου και να χαμογελάς. Θεωρούσε ότι οι παραβάτες, οι πλάνοι και οι απατεώνες είναι αδέρφια σου που βρίσκονται σε ανάγκη.

Τα παρήγορα λόγια του ήταν πάντα ύμνος και θυμίαμα για τους ανθρώπους.

Νίκο, δεν είσαι μια σκέψη μου που μπορώ να αφήσω πίσω μου, αλλά μια καρδιά που γλύκαινες τους ανθρώπους

Η αγάπη του ήταν σαν μια κινούμενη θάλασσα ανάμεσα στις ακτές των ψυχών μας, διότι πίστευε ότι η αγάπη δεν πρέπει να σε δεσμεύει και δεν μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της, γιατί η αγάπη αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Πίστευε ότι η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Δεν κατέχει και ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί αρκείται στον εαυτό της.

…ένιωθα πάντα ασφαλής και χαρούμενος κοντά στο Νίκο, όμως πέταξε όπως ο αετός στα ουράνια, μόνος, χωρίς την φωλιά του, πέταξε όπως η φωνή που δεν μπορεί να πάρει μαζί της τη γλώσσα και τα χείλη που τις έδωσαν φτερά…

Αγαπούσε πολύ τα παιδιά. Μπορούσε να τους δώσει την αγάπη του αλλά όχι τις ιδέες του, διότι γνώριζε ότι τα παιδιά έχουν τις δικές τους ιδέες.

Ποτέ δεν προσπάθησε να κάνει τα παιδιά να του μοιάσουν διότι καταλάβαινε ότι αυτός έπρεπε να προσπαθήσει να τους μοιάσει, γιατί η ζωή δεν πηγαίνει προς τα πίσω και δεν σταματά στο χθες.

Έλεγε ότι εμείς είμαστε τα τόξα, απ’ όπου τα παιδιά σαν ζωντανά βέλη θα τιναχτούν μπροστά.

…με τα χέρια τέτοιων ανθρώπων μιλάει ο Θεός και πίσω από τα μάτια τους ο Θεός χαμογελάει στη γη….

Υπάρχουν άνθρωποι που προσφέρουν στο συνάνθρωπό τους, αλλά κατά το δόσιμό τους νιώθουν πόνο…

Ο Νίκος πρόσφερε χωρίς να νιώθει πόνο στο δόσιμο και ούτε γύρευε την αναγνώριση μέσα από αυτό. Με τα χέρια τέτοιων ανθρώπων μιλάει ο Θεός και πίσω από τα μάτια τους, ο Θεός χαμογελάει στη γη.

Είναι καλό να δίνεις όταν στο ζητούν, αλλά ο Νίκος έδινε χωρίς να του το ζητήσουν, από κατανόηση.

…ο φίλος σου είναι το χωράφι σου που σπέρνεις με αγάπη και θερίζεις με ευγνωμοσύνη…

Ο Νίκος είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στο Θεό. Η καθημερινή του ζωή ήταν ο ναός του και η θρησκεία του και ποτέ δεν χώριζε την πίστη του από τις πράξεις του.

Ποτέ δεν φορούσε την ηθικότητά του σαν το καλύτερο ρούχο του και ποτέ δεν έβλεπε την λατρεία σαν ένα παράθυρο, που μπορεί να ανοίγει και να κλείνει.

Δεν γνώρισε το Θεό προσπαθώντας να λύσει αινίγματα, αλλά τον συναντούσε ολόγυρά του. Έβλεπε τον Θεό να παίζει με τα παιδιά μας, να του χαμογελάει μέσα από τους ανθρώπους, να περπατάει μέσα στο σύννεφο, να απλώνει τα χέρια του με την αστραπή και να κατεβαίνει με την βροχή.

…στις περιπλανήσεις σου ανάμεσα στα βουνά και στις ερημιές πάντα θα θυμόμαστε το βάθος της δροσερής σου καρδιάς…

Για τον Νίκο ο πλατύτερος δρόμος ήταν ο συνάνθρωπός του. Ποτέ δεν κατάκρινε τους συνανθρώπους του και δεν τους μετρούσε από τις μικρές τους πράξεις, γιατί όπως έλεγε, δεν μπορείς να μετρήσεις την δύναμη του ωκεανού με την αδυναμία του αφρού του.

Θεωρούσε ότι όλοι είμαστε συνυπεύθυνοι για μια δυσάρεστη κατάσταση που συμβαίνει στο διπλανό μας.

Τι κρίση θα βγάλετε για αυτόν που αν και είναι τίμιος στα χέρια, είναι όμως κλέφτης στην σκέψη;

Και ποια ποινή θα βάζατε για αυτόν που σκοτώνει την σάρκα αλλά δολοφονείται ο ίδιος στην ψυχή;

Και πως θα τιμωρήσετε εκείνον που στην πράξη είναι δόλιος και καταπιεστής, αλλά που είναι και ο ίδιος αδικημένος και εξευτελισμένος;

Και πως θα τιμωρήσετε εκείνους που οι τύψεις τους είναι μεγαλύτερες από τα αδικήματά τους;

Τα παραπάνω, είναι λίγα απο τα ερωτήματα που συζητούσαμε όταν βρισκόμασταν μεταξύ μας.

…σίγουρα δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο στον άνθρωπο, από εκείνο που κάνει όλη τη ζωή μια πηγή νερού…

Ο Νίκος ζούσε την αγάπη μέσα από όλες τις μορφές της ζωής. Κοιτούσε τους ανθρώπους στα μάτια και όχι πάνω από τον ώμο τους. Μοιραζόταν μαζί τους πράγματα, σκέψεις και συγκινήσεις. Ήξερε ότι η αγάπη είναι η ίδια η ζωή και η ζωή είναι η κάθε στιγμή που βιώνουμε είτε με χαρά είτε με λύπη.

Την χαρά και την λύπη δεν τις ξεχώριζε. Είναι δύο συναισθήματα που έρχονται πάντα μαζί. Κάποτε που συζητούσαμε μου έλεγε, ότι όταν είσαι λυπημένος κοίταξε μέσα στην καρδιά σου και θα δεις ότι πραγματικά κλαις για εκείνο που υπήρξε η χαρά σου.

…κάθε ημέρα έδινε στον εαυτό του την ευκαιρεία για αγάπη…

Κάθε μέρα προσπαθούσε να μην χάνει από τα μάτια του τα όμορφφα πράγματα του κόσμου.

Κάθε ημέρα ξύπναγε πιο σοφός, πιο υπομονετικός και πιο αισιόδοξος

Κάθε ημέρα δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να απλώσει το χέρι του στο διπλανό του που χρειαζόταν βοήθεια

Ήξερε να τοποθετεί τον πήχη τόσο ψηλά όσο έπρεπε προκειμένου ξεπερνάει τους στόχους που έβαζε στην ζωή του

…πάντα αγωνιζόσουν απολαμβάνοντας την ομρφιά του αθλήματος και όχι για τα πρόσκαιρα έπαθλα…

Ο Νίκος είχε διαλέξει το δρόμο της αγάπης, το δρόμο της ελπίδας, το δρόμο του ενδιαφέροντος, το δρόμο της πίστης του αύριο, το δρόμο της καλοσύνης.

Κάποιες φορές οι ανθρώπους που γελούν, διακινδυνεύουν να τους περάσουν για αστείους και όταν κλαίνε διακινδυνεύουν να τους περάσουν για συναισθηματικούς

Ο Νίκος όμως δεν φοβόνταν ούτε να γελάσει αλλά ούτε και να κλάψει. Κάποιες φορές μπορεί να κλαίμε και από χαρά βλέποντας ευτυχισμένους ανθρώπους. Δεν τον ένοιαζε αν θα τον έλεγαν συναισθηματικό…ήξερε να ζει!

…έψαχνε πάντα μία ευκαιρεία χαράς….

Αγαπούσε στον υπέρτατο βαθμό του γονείς του, τα αδέλφια του, τις νύφες του, τα ανίψια του και γενικά όλη την ευρύτερη οικογένεια του.

Είχε το χάρισμα να επιλέγει και να δημιουργεί από μόνος του σημαντικές διαπροσωπικές σχέσεις, οι οποίες έμεναν αναλοίωτες στον χρόνο.

Δεν φοβόνταν να δείξει τα συναισθήματά του και να αποκαλύψει την ανθρωπιά του.

Μίλαγε πάντα με τις πράξεις του…

…αγαπημένε μου αδελφέ, ελευθέρωσες την ανάσα σου ανάλαφρη ψηλά στους ουρανούς…

Αδελφέ μου η ζωή και ο θάνατος είναι ένα, όπως ο ποταμός και η θάλασσα είναι ένα.

Αγαπημένε μου Αδελφέ, ελευθέρωσες την ανάσα σου ανάλαφρη ψηλά στους ουρανούς.

Η ζωή σου είχε γίνει ζωή μας και η καρδιά σου καρδιά μας….πως λοιπόν μπορούμε να αποχωριστούμε τη ζωή και την καρδιά μας;

…η καλοσύνη σου βρισκόνταν μέσα στην καρδιά σου και η καρδια σου βρίσκεται μέσα σε όλους μας…

Οι σκέψεις μου είναι πολλές και τα συναισθήματά μου ακόμα περισσότερα που θα μπορούσα να σου αφιερώσω, αλλά αγαπημένε μου αδελφέ δεν έχω άλλο κουράγιο να συνεχίσω…

…θα σε έχω πάντα στην καρδιά μου, όπως και πάρα πολύς κόσμος διότι εκεί ανήκεις…